Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013 11:08

Αλκαλική φωσφατάση

Γράφτηκε από την
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(4 ψήφοι)
Αλκαλική φωσφατάση-AP
Ανιχνεύει χολοηπατική ή οστική νόσο.
Η ολική αλκαλική φωσφατάση - alkaline phosphatase  (ΑP) που προσδιορίζεται  στον όρο ή πλάσμα είναι το άθροισμα πολλαπλών διακριτών μορφών αλκαλικής φωσφατάσης που προέρχονται από διαφορετικούς ιστούς.
Φωσφατάσες είναι τα ένζυμα που καταλύουν την υδρόλυση των φωσφωρικών εστέρων. Η αλκαλική φωσφατάση στο αίμα μας προέρχεται κυρίως από τα κόκαλα και το συκώτι μας. Αυξάνει σε παθήσεις των οστών, εφόσον υπάρχει έντονη οστεοβλαστική δραστηριότητα (πχ ραχίτιδα / έλλειψη βιταμίνης D). Μεγαλύτερη είναι η διαγνωστική της αξία σε παθήσεις του ήπατος και κυρίως στη διαφορική διάγνωση του ικτέρου. Αυξάνει περισσότερο στον αποφρακτικό ίκτερο (ενδοηπατική ή εξωηπατική στάση της χολής πχ από λίθο) και λιγότερο στον ηπατοκυτταρικό ίκτερο.

Σήμερα είναι γνωστά τέσσερα γονίδια που κωδικοποιούν τα ισοένζυμα αλκαλικής φωσφατάσης και αυτά είναι:
1) Το μη ειδικό ιστικό γονίδιο που ανευρίσκεται στα νεφρά, το ήπαρ και τα οστά.  Αυτό το γονίδιο κωδικοποιεί τρία ισοένζυμα, νεφρική - ALP, ηπατική - ALP και οστική - ALP που διαφέρουν μόνο στο ποσοστό υδατανθράκων των πλευρικών αλυσίδων.
2) Το πλακουντιακό γονίδιο που κωδικοποιεί για το πλακουντιακό ισοένζυμο.
3) Το εντερικό γονίδιο που κωδικοποιεί για το εντερικό ισοένζυμο.
4) Το βλαστικό γονίδιο που κωδικοποιεί για το ισοένζυμο των όρχεων, θύμου και πνευμόνων.
Σε υγιή άτομα η ολική ALP που προσδιορίζεται στον ορό ή το πλάσμα προέρχεται, κυρίως, από το ήπαρ και τα οστά, περίπου 25% των υγιών ατόμων έχουν εντερικό ισοένζυμο. 

Η ολική ALP αυξάνεται φυσιολογικά
1) κατά την κύηση μετά το 2ο τρίμηνο (πλακουντιακό ισοένζυμο)
2) σε αναπτυσσόμενα παιδιά (οστικό ισοένζυμο)
3) μετά από πρόσληψη τροφής σε άτομα ομάδας αίματος Ο και Β Lewis θετικά που εκκρίνουν την ουσία Η της ομάδας αίματος (εντερικό ισοένζυμο).
Η πιο κοινή αιτία αυξημένης ολικής ALP είναι η ηπατοχολική νόσος.  Οι τιμές της ολικής ALP είναι παθολογικές στο 60% των περιπτώσεων. 
Σε συνδυασμό με τρανσαμινάσες και γ-GT βοηθά στην διαφορική διάγνωση χολοστατικών καταστάσεων.  Τα επίπεδα της ALP είναι υψηλά σε σχέση προς τις τιμές των τρανσαμινασών σε χολόσταση και φυσιολογικά σε απουσία χολόστασης. 
Σε νόσους του ήπατος φυσιολογικές ή ελάχιστα αυξημένες τιμές ALP σε συνδυασμό με υψηλές τιμές γ-GT υποδηλώνουν αλκοολική ηπατική νόσο.
Επίσης, η γ-GT δεν αυξάνεται σε οστικές μεταβολές.

Μέθοδος
• Χρωματομετρική
Προετοιμασία ασθενούς και δείγματος
Ορός. Αποφυγή αιμόλυσης και λιπαιμίας
Απόψυξη κατεψυγμένων δειγμάτων οδηγεί σε αύξηση 30% της δραστικότητας ALP

Φυσιολογικές τιμές της αλκαλικής φωσφατάσης
Στην περίοδο της αύξησης μπορεί να φτάσει και μέχρι 700IU/L
Νεογέννητα:   < 460 IU/L
Παιδιά 1-12 ετών: < 300 IU/L
Γυναίκες:   55-170 IU/L
Άνδρες: 70-175 IU/L
Κλινική χρησιμότητα της αλκαλικής φωσφατάσης
• Χρήσιμη στη διάγνωση ηπατοχολικής νόσου και νόσου των οστών

Μείωση της αλκαλικής φωσφατάσης
  • Κληρονομική
  • Αναιμία
  • Έλλειψη πρωτεϊνών
  • Υποφωσφαταιμία
  • Υποθυρεοειδισμός
  • Υποφυσιακός νανισμός
  • Αχονδροπλασία
  • Σκορβούτο
  • Συγγενές μυξοίδημα
Η μείωση της αλκαλικής φωσφατάσης είναι συνήθως χωρίς κλινική σημασία.

Αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης
  • Χολόσταση κάθε αιτίας (ηπατίτιδα, αποφρακτικός ίκτερος, χολική κίρρωση, κίρρωση ήπατος, θεραπεία με αντιεπιληπτικά, χλωροπρομαζίνη, θειαμαζόλη, οιστρογόνα, γεσταγόνα,
  • Πρωτοπαθές ηπατοκυταρικό καρκίνωμα
  • Ηπατικές μεταστάσεις
  • Οστικά αίτια (οστικές μεταστάσεις, ραχίτιδα, οστεομαλακία, νόσος του Paget, οστεοσκλήρυνση, οστεομαρμάρωση, θεραπεία καταγμάτων, νεοπλασίες με συμμετοχή των οστών, οστεογενές σάρκωμα, μυέλωμα
  • Υπερπαραθυρεοειδισμός
  • Σύνδρομο Cushing
  • Νόσος του Hodgkin
  • Μεγαλακρία
  • Θεραπεία με GH
  • Σαρκοείδωση
  • Λοιμώδης μονοπυρήνωση
  • Νεφρική ανεπάρκεια
  • Καρκίνος νεφρού
  • Καρκίνος ωοθηκών
  • Καρκίνος όρχεων
  • Ηπατικές μεταστάσεις
  • Ελκώδης κολίτιδα
  • Θυρεοτοξίκωση
  • Καλοήθης παροδική υπερφωσφαταιμία

Αλληλεπιδράσεις με φάρμακα
• Ηπατοτοξικά φάρμακα
• Αμινογλουτεθιμίδη
• Κυκλοσπορίνη
• Κολχικίνη
• Δικουμαρόλη
• Κλοφιμπράτη
• Κιτρικό
• EDTA
• Φθόριο
• Μαγγάνιο
• Βερύλλιο
Βιβλιογραφία
nlm.nih.gov
Διαβάστηκε 11001 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 01 Μαρτίου 2014 08:40
Σαββούλα Μάλλιου Κριαρά

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Our website is protected by DMC Firewall!