Τρίτη, 03 Δεκεμβρίου 2013 16:01

Κακοήθης υπερθερμία

Γράφτηκε από την
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(2 ψήφοι)

Η κακοήθης υπερθερμία ή κακοήθης υπερπυρεξία είναι μια επιπλοκή της γενικής αναισθησίας

Η κακοήθης υπερθερμία, ICD-10 T88.3, είναι μια εξαιρετικώς απειλητική, για την ζωή του αρρώστου, κατάσταση. Λέγεται και κακοήθης υπερπυρεξία. Οφείλεται σε γενετικούς παράγοντες, οι οποίοι αφορούν κατα κύριο λόγο στους σκελετικούς μυς. Δυνατό να επηρεάζεται και ο καρδιακός μύς, καθώς και τα αιμοπετάλια.

Είναι μια οξεία, κεραυνοβόλος, υπερμεταβολική κατάσταση, η θνησιμότητα της οποίας ανερχόταν σε 80% προ 25 ετίας.
Η συχνότητα των ατόμων που έχουν προδιάθεση ΚΥ κυμαίνεται μεταξύ 1:10.000 έως 1:100.000 στο γενικό πληθυσμό. Αυτή η διαταραχή εμφανίζεται σε όλο τον κόσμο και επηρεάζει όλες τις φυλετικές ομάδες. Οι περισσότερες περιπτώσεις, όμως, συμβαίνουν σε παιδιά και νεαρούς ενήλικες.
Προκαλείται αποκλειστικά από φάρμακα: δι΄εισπνοής αναισθητικά και αποπολωτικά μυοχαλαρωτικά. Μεταβιβάζεται με επικρατούν αυτοσωματικό γονίδιο, το γονίδιο του υποδοχέα της ρυανοδίνης (RYR1). Το ελάττωμα τυπικά βρίσκεται στο μακρύ βραχίονα του χρωμοσώματος 19 (19q13.1), αλλά και το 7q χρωμόσωμα και το χρωμόσωμα 17 έχουν, επίσης, ενοχοποιηθεί.


Αιτίες

Η κακοήθης υπερθερμία πιο συχνά οφείλεται σε πτητικά αναισθητικά αέρια, όπως αλοθάνη, σεβοφλουράνιο, desflurane, ισοφλουράνιο, ενφλουράνιο ή τα αποπολωτοκά μυοχαλαρωτικά σουξαμεθόνιο και δεκαμεθόνιο που χρησιμοποιούνται, κυρίως, σε γενική αναισθησία. Άλλα φάρμακα που είναι ύποπτα για πρόκληση ΚΥ είναι μερικές φορές η κεταμίνη, οι κατεχολαμίνες, οι φαινοθειαζίνες, και οι αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης και μερικές φορές το υποξείδιο του αζώτου. Σε σπάνιες περιπτώσεις, η σωματική άσκηση ή η θερμότητα μπορεί να είναι το έναυσμα.

Τα άλλα αναισθητικά φάρμακα θεωρούνται ασφαλή. Αυτά είναι τα τοπικά αναισθητικά (λιδοκαΐνη, bupivicaine, μεπιβακαϊνη), οπιοειδή (μορφίνη, η φεντανύλη), η κεταμίνη, τα βαρβιτουρικά, το υποξείδιο του αζώτου, η προποφόλη, το etomidate και οι βενζοδιαζεπίνες. Τα μη αποπολωτικά pancuronium, cisatracurium, ατρακούριο, μιβακούριο, βεκουρόνιο ροκουρόνιο δεν προκαλούν ΚΥ.


Συμπτώματα και σημεία

Η παθογένεια της νόσου συνιστάται σε μεγάλη απελευθέρωση ιόντων ασβεστίου μέσα στο σαρκόπλασμα, που οδηγεί σε μόνιμη σύσπαση των μυϊκων ινιδίων με αποτέλεσμα μυϊκή δυσκαμψία, έντονο μεταβολισμό και σοβαρές διαταραχές της οξεοβασικής ισορροπίας.

Τα τυπικά συμπτώματα της κακοήθους υπερθερμίας οφείλονται σε υπερκαταβολική κατάσταση, η οποία παρουσιάζεται ως μια πολύ υψηλή θερμοκρασία, αυξημένο καρδιακό ρυθμό και ρυθμό αναπνοής, αυξημένη παραγωγή διοξειδίου του άνθρακα, αυξημένη κατανάλωση οξυγόνου, οξέωση, άκαμπτοι μύες, και ραβδομυόλυση. Τα συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται μέσα σε μία ώρα μετά την έκθεση στις ουσίες, αλλά μπορεί να συμβεί ακόμη και αρκετές ώρες αργότερα, σε σπάνιες περιπτώσεις.

Τα κλινικά σημεία της νόσου είναι: ταχυκαρδία και αρρυθμίες, ταχύπνοια, υπέρταση, μυϊκη δυσκαμψία των σκελετικών μυών και πυρετκή κίνηση άνω των 40 0C σε χρονικό διάστημα 5 λεπτών από την έναρξη της νόσου. Όψιμα μπορεί να εμφανιστεί κυάνωση, διάχυτη τριχοειδική αιμορραγία και υπόταση.
Εάν ο ασθενής επιβιώσει, η επαναφορά της συνειδήσεως είναι βραδεία, ενώ μπορεί να έχουν ήδη δημιουργηθεί μόνιμες εγκεφαλικές βλάβες. Στις πρώτες 24 – 48 ώρες μετά την πρώτη προσβολή η νόσος μπορεί να υποτροπιάσει και να εμφανιστούν αρρυθμίες, λόγω των διακυμάνσεων καλίου και ασβεστίου, οξεία νεφρική ανεπάρκεια, εγκεφαλικό οίδημα, πνευμονικό οίδημα, έμφραγμα μυοκαρδίου και αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.


Διάγνωση
Η εργαστηριακή διάγνωση της προδιάθεσης για ΚΥ απαιτεί τις ακόλουθες εξετάσεις: βιοψία μυός, έλεγχο της σύσπασης των μυών με τη δοκιμασία αλοθανίου και καφεϊνης, μέτρηση της CPK στον ορό, έλεγχο των λειτουργιών της μυϊκης ίνας. Τα πρώτα σημεία είναι η πρόωρη μυϊκή σύσπαση των μασητήρων μετά τη χορήγηση της σουκινυλοχολίνης, μια αύξηση στη συγκέντρωση διοξειδίου του άνθρακα (παρά τον αυξημένη αερισμό ανά λεπτό), η ανεξήγητη ταχυκαρδία και η μυϊκή δυσκαμψία.  Άλλες ενδείξεις μπορεί να περιλαμβάνουν την οξέωση, την ταχύπνοια, κυάνωση, υπέρταση, τις καρδιακές αρρυθμίες και την υπερκαλιαιμία. Η θερμοκρασία σώματος θα πρέπει να μετράται σε κάθε ασθενή που υποβάλλεται σε γενική αναισθησία για περισσότερο από 20 λεπτά.

Οι εξετάσεις αίματος, δείχνουν αυξημένα επίπεδα κρετινοφωσφωκινάσης, αυξημένο κάλιο, αυξημένο φώσφορο (που οδηγεί σε μειωμένο ασβέστιο) και αυξημένη μυοσφαιρίνη από βλάβη στα κύτταρα των μυών. Μεταβολική οξέωση και αναπνευστική οξέωση (αυξημένα οξύτητα του αίματος) μπορεί να συμβούν. Η σοβαρή ραβδομυόλυση μπορεί να οδηγήσει σε οξεία νεφρική ανεπάρκεια. Ακόμη οι ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν καρδιακές αρρυθμίες (PVC) εξαιτίας των αυξημένων επιπέδων του καλίου που απελευθερώνεται από τους μυς κατά τη διάρκεια των επεισοδίων.

Οι κύριοι υποψήφιοι για τη δοκιμή σύσπασης με  καφεΐνη ή αλοθάνιο είναι εκείνοι με ένα στενό συγγενή που έχει υποστεί ένα επεισόδιο ΚΥ. Μια βιοψία μυός πραγματοποιείται με τοπική αναισθησία και το φρέκο δείγμα τοποθετείται σε διαλύματα που περιέχουν καφεΐνη ή αλοθάνιο και παρατηρείται για συστολή. Υπό καλές συνθήκες, η ευαισθησία είναι 97% και η ειδικότητα 78%. Οι αρνητικές βιοψίες δεν αποκλείουν τον κίνδυνο. Αυτοί που έχουν ατομικό ιστορικό κακοήθους υπερπυρεξίας ή συγγενείς εξ αίματος με ΚΥ, γενικά αντιμετωπίζονται με μη ερεθιστικά της νόσου αναισθητικά, ακόμη και αν η βιοψία ήταν αρνητική. Ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν τη χρήση του τεστ "απελευθέρωσης ασβεστίου".

Λιγότερο επεμβατικές διαγνωστικές τεχνικές έχουν προταθεί. Η ενδομυϊκή ένεση αλοθάνης 6%  έχει αποδειχθεί ότι οδηγεί σε μεγαλύτερη από την κανονική τοπική αύξηση του pCO2 μεταξύ των ασθενών με ευαισθησία στην κακοήθη υπερθερμία. Η ευαισθησία είναι 100% και η ειδικότητα 75%. Στη δοκιμή του μεταβολισμού h ενδομυϊκή ένεση της καφεΐνης ακολουθείται από τοπική μέτρηση της pCO2. Εκείνοι με γνωστή ευαισθησία ΚΥ έχουν σημαντικά υψηλότερο pCO2 (63 έναντι 44 mm Hg).

Η γενετική εξέταση είναι η ανάλυση για μεταλλάξεις RYR1.


Η καθυστέρηση στην αντιμετώπιση συνοδεύεται από αυξημένη θνητότητα, επειδή η νόσος έχει κεραυνοβόλο πορεία.

Κριτήρια

Διαγνωστικά κριτήρια. Όσο υψηλότερη είναι η βαθμολογία (6 ή περισσότερο), τόσο πιο πιθανή είναι η ΚΥ.

  • Αναπνευστική οξέωση
  • Συμμετοχή Καρδιάς (ανεξήγητη κολπική ταχυκαρδία, κοιλιακή ταχυκαρδία ή κοιλιακή μαρμαρυγή)
  • Μεταβολική οξέωση (περίσσεια βάσης χαμηλότερη από ό, τι -8, pH <7,25)
  • Ακαμψία μυών (γενικευμένη ακαμψία και σοβαρή μυϊκή ακαμψία μασητήρων)
  • Βλάβη των μυών (CK> 20.000/L μονάδων, χρωματισμένα ούρα ή περίσσεια μυοσφαιρίνης στα ούρα ή στον ορό, κάλιο άνω του 6 mmol/l)
  • Αύξηση της θερμοκρασίας (ταχεία αύξηση της θερμοκρασίας > 38,8 ° C)
  • Άλλο (ταχεία αντιστροφή της ΚΥ με δαντρολένη, αυξημένα επίπεδα ηρεμίας CK)
  • Οικογενειακό ιστορικό (αυτοσωματικό κυρίαρχο μοτίβο)

Πρόληψη

Κατά το παρελθόν, η προφυλακτική χρήση της δαντρολένης γινόταν για ευαίσθητους ασθενείς που υποβάλλονταν σε γενική αναισθησία. Σήμερα αμφισβητούνται τα οφέλη της ενάντια στις πιθανές δυσμενείς επιδράσεις της (όπως ναυτία, έμετο, μυϊκή αδυναμία και παρατεταμένη διάρκεια δράσης των μη-αποπολωτικών παραγόντων νευρομυϊκού αποκλεισμού) και οι ειδικοί δεν συνιστούν τη χρήση προφυλακτικά της δαντρολένης.

Η αναισθησία καλύτερα να γίνεται με φάρμακα που δεν προκαλούν ευαισθητοποίηση της ΚΥ. Οι σύγχρονες μηχανές αναισθησίας έχουν περισσότερο ελαστικά και πλαστικά συστατικά τα οποία παρέχουν μια δεξαμενή για πτητικά αναισθητικά, και θα πρέπει να ξεπλένονται για 60 λεπτά.


Θεραπεία

Η Δαντρολένη είναι η μόνη διαθέσιμη ιατρική θεραπεία για κακοήθη υπερθερμία

Η τρέχουσα θεραπεία επιλογής είναι η ενδοφλέβια χορήγηση δαντρολένης, το μόνο γνωστό αντίδοτο, για την διακοπή της ενεργοποίησης παραγόντων, και η υποστηρικτική θεραπεία κατευθύνεται στη διόρθωση υπερθερμίας, οξέωσης και δυσλειτουργίας οργάνων.

Η δαντρολένη είναι ένα μυοχαλαρωτικό, που εμφανίζεται να λειτουργεί άμεσα στο υποδοχέα ρυανοδίνης και εμποδίζει την απελευθέρωση του ασβεστίου. Μετά την ευρεία χρήση της θεραπείας με δαντρολένη, η θνησιμότητα των κακοήθους υπερθερμίας μειώθηκε από 80% στη δεκαετία του 1960 σε λιγότερο από 10%, σήμερα. Η κλινική της χρήση περιορίζεται από τη χαμηλή διαλυτότητα στο νερό, που οδηγεί σε απαιτήσεις μεγάλων όγκων υγρών. Η Azumolene είναι ένα 30 φορές περισσότερο υδατοδιαλυτό ανάλογο της δαντρολένης που, επίσης, λειτουργεί για να ελαττώνει την απελευθέρωση του ενδοκυτταρικού ασβεστίου με τη δράση του επί του υποδοχέα ρυανοδίνης.


Πρόγνωση

Η πρόγνωση είναι κακή, αν  δεν αντιμετωπίζεται η κακοήθης υπερπυρεξία επιθετικά.

Η κακοήθης υπερπυρεξία είναι συχνή και σε ζώα όπως χοίρους, σκυλιά, και άλογα. Σε σκύλους η κληρονομικότητα είναι αυτοσωματική υπολειπόμενη.

Διαβάστε, επίσης,

Δαντρολένιο

www.emedi.gr

Διαβάστηκε 4979 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 04 Δεκεμβρίου 2013 00:01
Σαββούλα Μάλλιου Κριαρά

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Our website is protected by DMC Firewall!