Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014 20:38

Η ιστορία της διατροφής

Γράφτηκε από την
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

Οι διατροφικές αλλαγές που σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας

 

Το είδος και η ποσότητα της διατροφής καθορίζονται, κυρίως, από το φυσικό περιβάλλον και τις επιδράσεις που ασκεί η εκάστοτε ανθρώπινη δραστηριότητα σε αυτό.

Σε ό,τι αφορά τη διατροφική συμπεριφορά, εκτός από τα παρεχόμενα τρόφιμα καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν ευρύτεροι κοινωνικοί, οικονομικοί και πολιτισμικοί παράγοντες. Οι παράγοντες αυτοί είναι υπεύθυνοι για τις σημαντικές διατροφικές διαφορές που παρατηρούνται από τη μια περιοχή του κόσμου στην άλλη, καθώς και για τις διατροφικές αλλαγές που σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας.

Η ιστορία της διατροφής διαμορφώθηκε σε συνεχή διάλογο με την ανθρωπολογία, την οικονομία, τη γεωγραφία, την κοινωνιολογία, την ιστορία της τέχνης, την αρχαιολογία, την ψυχανάλυση, και πρόσφατα την εξελικτική νεοδαρβινική θεωρία.

Ο άνθρωπος και οι προγονοί του, σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της ιστορίας τους, ήταν κατά βάση φυτοφάγοι.

Το κυνήγι αναπτύχθηκε σταδιακά τα τελευταία 1 εκατομμύριο χρόνια μαζί με την εξέλιξη των εργαλείων, χωρίς όμως να εκτοπίσει τα φυτικά προϊόντα από βασική διατροφική πηγή. Όμως, ακόμα και τα τελευταία 50.000 χρόνια, εποχή κατά την οποία κυριαρχούσε ο άνθρωπος κυνηγός-τροφοσυλλέκτης, η κατανάλωση κρέατος από το κυνήγι αποτελούσε λιγότερο σταθερή και αποδοτική διατροφική πηγή απ’ ό,τι η συλλογή φυτών και καρπών. Η κρεατοφαγία επικράτησε της χορτοφαγίας κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα –και πάλι όχι παντού, αλλά κυρίως στις αναπτυγμένες χώρες του Δυτικού κόσμου.

Κατά την Παλαιολιθική εποχή, η διατροφή του ανθρώπου κυνηγού-τροφοσυλλέκτη διαφοροποιούνταν ανάλογα με το κλίμα, τις εποχές και τη γεωγραφία, παράγοντες από τους οποίους εξαρτώνταν το είδος και η ποσότητα των διαθέσιμων φυτών και ζώων. Περίοδοι στέρησης διαδέχονταν περιόδους αφθονίας, χωρίς να υπάρχει σταθερό παγκόσμιο διατροφικό πρότυπο. Μολαταύτα, η διατροφή βασιζόνταν, κυρίως, σε άγρια φρούτα και λαχανικά, καθώς και στο κρέας από το κυνήγι. Το μέλι, τα ψάρια και τα οστρακοειδή είχαν περιορισμένη συμμετοχή στο διατροφικό μοντέλο, ενώ οι άγριοι σπόροι αποτελούσαν λύση ανάγκης. Στη διατροφή αυτή οι πρωτεΐνες προσέφεραν το 30% της ημερήσιας ενέργειας, ποσοστό διπλάσιο από το σημερινό. Τα λίπη προσέφεραν 20-25% της ενέργειας και περιείχαν πολύ μικρότερη αναλογία κορεσμένων λιπών απ’ ό,τι σήμερα, ενώ η πρόσληψη χοληστερόλης πρέπει να κυμαινόταν στα σημερινά επίπεδα. Το ίδιο ισχύει και για τη λήψη υδατανθράκων, αν και διέφερε σημαντικά η προέλευσή τους. Οι μακρινοί μας πρόγονοι κατανάλωναν τρεις φορές περισσότερα φρούτα και λαχανικά, ενώ η εκ μέρους τους λήψη φυτικών ινών ήταν πέντε φορές μεγαλύτερη. Μεγαλύτερη ήταν και η πρόσληψη βιταμινών και ιχνοστοιχείων, ενώ πολύ μικρότερη ήταν η κατανάλωση νατρίου, σε αντίθεση με το κάλιο.

Τα γεύματα απέκτησαν κοινωνικό χαρακτήρα όταν ανακαλύφθηκαν οι αρετές της μαγειρικής. Οι πρώτες συνταγές χρονολογούνται από τη Μεσοποταμία του 2000 π.Χ. περίπου. Ωστόσο, η τροφή δεν συνδεόταν μόνο με την επιβίωση και την κοινωνικότητα, αλλά και με την τελετουργία, τη μαγεία, την ιατρική και την υγιεινή.

Οι Αιγύπτιοι είχαν συνείδηση της σχέσης μεταξύ γαστρονομίας, διαιτητικής και θεραπευτικής.

Οι Ισραηλίτες, περιγράφοντας τη Γη της Επαγγελίας ως τη χώρα όπου ρέει μέλι και γάλα, όριζαν την κοινότητά τους μέσω διατροφικών απαγορεύσεων, που αποσκοπούσαν περισσότερο σε άσκηση της ηθικής τους παρά σε ικανοποίηση της γεύσης.

Στην Ελλάδα και στη Ρώμη, η έλλειψη πόρων περιόριζε τη διατροφή για τον πολύ κόσμο στα δημητριακά, τα λαχανικά, τα φρούτα. Το χορτοφαγικό κατά βάση διαιτολόγιο εγκαταλείφθηκε σταδιακά από τους Ρωμαίους, οι οποίοι υπέκυψαν τελικά στις γαστρονομικές απολαύσεις των ασιατών υπηκόων τους. Όσο όμως ο Χριστιανισμός κατακτούσε έδαφος, η λιτότητα επέστρεφε. Η Θεία Ευχαριστία πρόκρινε τα προϊόντα της μεσογειακής γεωργίας (ψωμί, κρασί, λάδι), τα οποία θα αποτελούσαν εν συνεχεία τη βάση της χριστιανικής διατροφής στην περιοχή της Μεσογείου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρξαν και άλλες σημαντικές επιρροές.

Οι Άραβες, που δεν έτρωγαν χοιρινό και δεν έπιναν κρασί, επηρέασαν σταδιακά τη διατροφή των Ευρωπαίων, διαδίδοντας (κυρίως μέσω Σικελίας) τα καρότα, τις μελιτζάνες, το σπανάκι, τα βερίκοκα, τα ροδάκινα, το ρύζι, τα καρπούζια, και πάνω απ’ όλα το ζαχαροκάλαμο σε διάφορες παραλλαγές.

Στο Μεσαίωνα οι διατροφικές συνήθειες, που πάντα χαρακτηρίζονταν από ταξικές διαφορές, διαφοροποιήθηκαν ακόμα περισσότερο. Σε αντιδιαστολή με τα πλούσια γεύματα των ευγενών και των εμπόρων, οι φτωχοί αγρότες περιορίζονταν στα προϊόντα του κήπου τους (φασόλια, φακές, μπιζέλια, λάχανα, πράσα, σπανάκι, κ.ά.), μια που ακόμα και το αλεύρι προοριζόταν, κυρίως, για την αγορά.

Η κατανάλωση κρέατος ποίκιλλε σημαντικά από εποχή σε εποχή και από τόπο σε τόπο. Οι βερολινέζοι του 14ου αιώνα έτρωγαν δώδεκα φορές περισσότερο κρέας από τους απογόνους τους του 19ου αιώνα. Κατά κανόνα, όσο ο πληθυσμός αύξανε, τόσο η κατανάλωση θερμίδων μειωνόταν. Τον 18ο και 19ο αιώνα ο μέσος ευρωπαίος έτρωγε περισσότερο ψωμί και άλλα δημητριακά και λιγότερο κρέας. Οι «αμερικανικοί νεωτερισμοί» (ντομάτες, πατάτες, καλαμπόκι) διαδόθηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο 20ός αιώνας, και ειδικά οι τελευταίες δεκαετίες του, σημαδεύτηκαν από την αποθέωση του κρέατος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, που επέδρασαν σημαντικά στη διαμόρφωση της σύγχρονης νοσηρότητας.

Στον Δυτικό πολιτισμό διαμορφώθηκε, έτσι, σταδιακά ένα διαιτολόγιο που χαρακτηρίζεται από αυξημένη ενεργειακή πρόσληψη, μεγάλη κατανάλωση πρωτεϊνών, επεξεργασμένων υδατανθράκων, κορεσμένων λιπιδίων και οινοπνεύματος, καθώς και από μειωμένη πρόσληψη φυτικών ινών. Τα παραδοσιακά φαγητά έχουν αντικατασταθεί από επεξεργασμένα και βιομηχανοποιημένα διατροφικά προϊόντα. Οι διατροφικές συνήθειες δεν ακολουθούν πλέον τα εποχιακά πρότυπα, ενώ αυξάνουν και οι προτιμήσεις για «εξωτικές» συνταγές, που δεν αντιστοιχούν στις ιδιαίτερες φυσικές και κοινωνικές συνθήκες κάθε πληθυσμού. Η κατανάλωση λίπους στην Αγγλία αυξήθηκε από 25 γρ. κατά κεφαλήν το 1770 σε 150 γρ. το 1980 και της ζάχαρης από 10 γρ. σε 150 γρ., ενώ μειώθηκε η κατανάλωση σιτάλευρου από 500 γρ. σε 200 γρ.

Σε ό,τι αφορά την Ευρώπη, υπάρχουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στις χώρες του Βορρά και εκείνες του Νότου. Η κατανάλωση ζωικών λιπών είναι υψηλή και σταθερή στη βόρεια Ευρώπη, ενώ είναι σχετικά μικρή αλλά με τάσεις αύξησης στη νότια. Η κατανάλωση ζάχαρης στην βόρεια Ευρώπη είναι υψηλή, αλλά με τάσεις μείωσης, ενώ στη νότια είναι χαμηλή και σχετικά σταθερή. Η κατανάλωση λαχανικών και φρούτων είναι σαφώς μεγαλύτερη στη νότια Ευρώπη, αλλά παρουσιάζει σταθερή άνοδο παντού. Η κατανάλωση δημητριακών, τέλος, είναι περιορισμένη στη βόρεια Ευρώπη αλλά αυξάνεται σταδιακά, ενώ στη νότια Ευρώπη, όπου ήταν υψηλή, μειώνεται.

Η διατροφή είναι ένας από τους πιο σημαντικούς εξωγενείς παράγοντες που επηρεάζουν την ανθρώπινη υγεία. Η ίδια η ζωή των ανθρώπων εξαρτάται από τη δυνατότητα λήψης τροφής, ενώ η προστασία και η προαγωγή της υγείας συναρτώνται με το είδος και την ποσότητα της τροφής, καθώς και με τις διατροφικές συνήθειες. Τόσο η έλλειψη όσο και η υπερκατανάλωση τροφής μπορεί να προκαλέσουν την εμφάνιση ορισμένων νοσημάτων.

Σε όλους τους μεγάλους πολιτισμούς η διατροφή θεωρούνταν σημαντικός παράγοντας για την προστασία της υγείας από διάφορες αρρώστιες.

Ο Πλάτων ενοχοποιούσε τις διατροφικές εκτροπές των πλουσίων, μαζί με την έλλειψη φυσικής άσκησης, ως βασικούς παράγοντες νοσηρότητας, ενώ συχνές αναφορές στη διατροφή υπάρχουν επίσης στα κείμενα της ιπποκράτειας ιατρικής, στον Γαληνό, καθώς και στα ιατρικά κείμενα άλλων μεγάλων πολιτισμών (Κίνα, Ινδία, Εγγύς και Μέση Ανατολή).

Σήμερα, γίνεται ευρύτατα αποδεκτό ότι οι διατροφικές συνήθειες του Δυτικού πολιτισμού σχετίζονται αιτιολογικά με ορισμένα από τα σημαντικότερα νοσήματα, όπως είναι τα καρδιαγγειακά νοσήματα και τα κακοήθη νεοπλάσματα. Με βάση πρόσφατες εκτιμήσεις, υπολογίζεται ότι ο σχετικός κίνδυνος θανάτου για όσους ευρωπαίους ακολουθούν υγιεινή διατροφή είναι 0.87 σε σχέση με όσους δεν τρέφονται σωστά. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπολογίζει ότι 60.000 θάνατοι το χρόνο θα μπορούσαν να αποφευχθούν στα κράτη-μέλη αν βελτιωνόταν η διατροφή του πληθυσμού.

Σύμφωνα με τη νεοδαρβινική θεωρία, η έλλειψη κορεσμένου λίπους, ζάχαρης και αλατιού κατά το μεγαλύτερο μέρος της εξελικτικής ιστορίας του ανθρώπου αποτελεί τη βασική αιτία των περισσότερων σημερινών διατροφικών προβλημάτων υγείας. Ο ανθρώπινος οργανισμός προσαρμόστηκε στις ελλείψεις αυτών των προϊόντων. Έτσι, σήμερα, οπότε μπορεί και τα καταναλώνει σε αφθονία, υφίσταται τις αρνητικές συνέπειες, στο βαθμό που η αυξημένη τους λήψη δεν αντιστοιχεί στις “προδιαγραφές” του ανθρώπινου οργανισμού. Από την άλλη, σημαντικά προβλήματα υγείας συνεπάγεται και η μειωμένη κατανάλωση προϊόντων στα οποία είχε προσαρμοστεί για πολλά χρόνια ο ανθρώπινος οργανισμός, όπως τα φρούτα και τα λαχανικά.

Στις αναπτυσσόμενες χώρες, και ιδίως στις φτωχές περιοχές της Αφρικής και της Ασίας, οι διατροφικές ελλείψεις δεν περιορίζονται μόνο στα φρούτα και στα λαχανικά, αλλά στο σύνολο της προσλαμβανόμενης τροφής, με αποτέλεσμα ο υποσιτισμός να απειλεί όχι μόνο την υγεία αλλά και τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων.

Διαβάστε, επίσης,

Γιατί πρέπει να απαγορευτούν τα μεταλλαγμένα

Η διατροφή για την πρόληψη του καρκίνου

Τα οφέλη που έχουν οι φυτικές ίνες για την υγεία

Εσείς παραμελείτε τον εαυτό σας;

10 δηλητηριώδη τρόφιμα που τα τρώμε

www.emedi.gr

Διαβάστηκε 1173 φορές
Σαββούλα Μάλλιου Κριαρά

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Η ιστορία του σημείου G Γιάντες »
DMC Firewall is a Joomla Security extension!