Дървен материал от www.emsien3.com

The best bookmaker bet365

The best bookmaker bet365

Menu

Λύσσα

Λύσσα

Λύσσα είναι μια ιογενής νόσος που προκαλεί οξεία εγκεφαλίτιδα

Σε παγκόσμια κλίμακα, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, περίπου 50.000 άνθρωποι πεθαίνουν κάθε χρόνο από την ασθένεια, κυρίως σε Ινδία και Αφρική.

Κύριοι φορείς του ιού είναι ζώα όπως η αλεπού, το κουνάβι και η νυχτερίδα, που μπορούν να μεταφέρουν τον ιό της λύσσας σε αλλά ζώα και τον άνθρωπο.

Η μετάδοση της λύσσας στον άνθρωπο γίνεται με δάγκωμα από ζώο-φορέα.

Τα συμπτώματα στα ζώα είναι έντονη σιελόρροια, ανησυχία, καθώς και η εμφάνιση αφρού στο στόμα.

Σε περίπτωση μόλυνσης, απαιτείται άμεση έναρξη θεραπευτικής αγωγής με αντιλυσσικό εμβόλιο και αντιλυσσικό όρο προκείμενου να εξουδετερωθεί ο ιός.

Εάν η ασθένεια μεταφερθεί στον άνθρωπο με δάγκωμα και δεν αντιμετωπιστεί εγκαίρως, ο ιός προσβάλλει το κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλεί εγκεφαλίτιδα και θάνατο.

Ο προληπτικός εμβολιασμός όλων των ζώων μπορεί να δημιουργήσει δίχτυ προστασίας για τη δημόσια υγεία ανακόπτοντας της μετάδοση του ιού.

Η λύσσα, ICD-10 A82, είναι οξεία λοιμώδης ιογενής νόσος του κεντρικού νευρικού συστήματος που προσβάλλει όλα τα θηλαστικά και την νυχτερίδα, επίσης.

Ο ιός βρίσκεται στο σάλιο και μεταφέρεται με γλύψιμο ή δάγκωμα σε λύση συνέχειςς του δέρματος.

Η λύυσσα είναι ευρέως διαδεδομένη στα άγρια ζώα.

Η συχνότερη πηγή μόλυνσης του ανθρώπου είναι ο σκύλος και σπανιότερα η γάτα. Και άγρια ζώα μπορεί να μολύνουν τον άνθρωπο όπως ο λύκος, το τσακάλι, η αλεπού, η νυχτερίδα κ.α. Ειδικά οι νυχτερίδες άλλες πάσχουν και άλλες είναι απλοί φορείς του ιού. Πάντως αναφέρεται στη βιβλιογραφία θάνατος σπηλαιολόγων από λύσσα με απλή εισπνοή σταγονιδίων μολυσμένου σάλιου νυχτερίδων που κατοικούσαν στο σπήλαιο. Αν νυχτερίδα με ιό στο σάλιο δαγκώσει άνθρωπο ή ζώο η προσβολή και η νόσος και ο θάνατος είναι βέβαια.

Ο συστηματικός εμβολιασμός των κατοικίδιων ζώων μείωσε την συχνότητα της λύσσας.

Ο άνθρωπος μολύνεται από το σάλιο μολυσμένου ζώου. Ο ιος κινείται κατά μήκος των νεύρων προς το κεντρικό νευρικό σύστημα. Όπου υπάρχουν περισσότερα νεύρα η ταχύτητα προσβολής είναι μεγαλύτερη

Διακρίνονται δύο μορφές του ιού της λύσσας: ο φυσικός ιός και ο εργαστηριακός ιός (λαμβάνεται στα εργαστήρια από τον εγκέφαλο πειραματόζωων).

Ο φυσικός έχει μακρά επώαση, βρίσκεται στους σιελογόνους αδένες και δίνει στα νευρικά κύτταρα του εγκεφάλου την χαρακτηριστική εικόνα των σωματίων Negri, που είναι αθροίσματα ιών.

Ο εργαστηριακός έχει βραχεία επώαση, δεν υπάρχει στους σιελογόνους αδένες και δεν σχηματίζει σωμάτια Negri.

Ο ιός αδρανοποιείται με φορμόλη, υπεριώδεις ακτίνες, ηλιακό φως και οινόπνευμα.

Η επώαση κυμαίνεται από 10 ημέρες έως 8 μήνες (συνήθως 1-3 μήνες).


Κλινικά σημεία και συμπτώματα λύσσας

Διακρίνονται 3 φάσεις και στον άνθρωπο και στα ζώα.

Η πρόδρομος φάση, που διαρκεί 2-4 ημέρες, με μέτριο πυρετό, κακουχία, ανορεξία και υπερευαισθησία στον ήχο και στο φως.

Η φάση διέγερσης, που παρατηρείται μετά από 2 ημέρες με διέγερση, σπασμούς μυών στόματος, φάρυγγα και λάρυγγα και υδροφοβία (και η απλή θέα νερού προκαλεί σπασμούς), καθολικούς σπασμούς και οπισθότονο.

Η παραλυτική φάση ακολουθεί με κώμα με εικόνα περιφερικής κυκλοφορικής ανεπάρκειας.


Διάγνωση λύσσας

Αν υπάρχει το ιστορικό δήγματος ζώου με λύσσα, επειδή η κλινική εικόνα είναι χαρακτηριστική η διάγνωση είναι εύκολη.

Διαφοροδιάγνωση πρέπει να γίνεται από την πολιομυελίτιδα, την εγκεφαλίτιδα και την παράλυση μετά από αντιλυσσικό εμβόλιο από νευρικό ιστό, αν δεν υπάρχει ιστορικό δήγματος.

Εργαστηριακά ο ιός ανιχνεύεται στο σάλιο, στις εκκρίσεις της μύτης και του φάρυγγα, στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό και στα ούρα. Μετά τον θάνατο εξετάζεται ο εγκέφαλος, ο νωτιαίος μυελός και οι σιελογόννοι αδένες για ανεύρεση των ιών. Στον εγκέφαλο παρατηρούνται τα σωμάτια Negri.

Η αναζήτηση αντισωμάτων με ανοσοφθορισμό στον εγκέφαλο του ζώου γίνεται για διάγνωση με ακρίβεια 99,95%. Αν δεν βρεθούν αντισώματα ο άνθρωπος που υπέστη το δήγμα δεν υποβάλλεται σε θεραπεία.


Πρόγνωση

Η νόσος καταλήγει πάντα σε θάνατο


Θεραπεία λύσσας

Αν εμφανιστούν εκδηλώσεις θεραπεία δεν υπάρχει. Συμπτωματικά χορηγούνται βαρβιτουρικά, φαινοθειαζίνες και παραλδεϋδη. Οι ασθενείς παρακολουθούνται για κυκλοφορική και αναπνευστική ανεπάρκεια σε μονάδα εντατικής.

Θεραπευτικός αλγόριθμος σε δάγκωμα από ζώο

Τοπική αγωγή στο δάγκωμα

  • Το δήγμα του ζώου πλένεται με νερό και πράσινο σαπούνι. Με διάλυμα πράσινου σαπουνιού 20% γίνεται έγχυση με βελόνη στους εν τω βάθει ιστούς του τραύματος. Αυτό γίνεται μέχρι 1 ώρα από το δήγμα.
  • Προσοχή το τραύμα απαγορεύεται να ραφτεί.
  • Μετά τον καλό καθαρισμό γίνεται τοπικά υπεράνοσος αντιλυσσικός ορός με διαπότιση και των εν τω βάθει ιστών του δήγματος,

Συστηματική αγωγή

1. Ανθρώπειος άνοση αντιλυσσική σφαιρίνη (Human Rabies Immune Globulin Human, HRIG)

Ο ορός χορηγείται εφάπαξ σε δόση 20 IU/Kg  όσο το δυνατόν κοντά στο δάγκωμα, όχι πέραν των 72 ορών. Το μισό της δόσεως χορηγείται ενδομυικά στους γλουτούς και το άλλο μισό κοντά στην πληγή. Η HRIG δεν πρέπει να χορηγείται με την ίδια σύριγγα ούτε στο ίδιο ανατομικό σημείο με το εμβόλιο. Λόγω του ότι η HRIG μπορεί να αναστείλει εν μέρει την ενεργητική παραγωγή αντισωμάτων δεν πρέπει να χορηγείται δόση υψηλότερη από τη συνιστώμενη.

2. Αντιλυσσικό εμβόλιο

Με το εμβόλιο η νόσος αποφεύγεται στις περισσότερες περιπτώσεις.

α) Μετά από πιθανή έκθεση στον ιό συνιστώνται 5 δόσεις του 1 ml ενδομυϊκώς τις ημέρες 0, 3, 7, 14 και 28, και χορήγηση ειδικής υπεράνοσης ανοσοσφαιρίνης. Ο ΠOY πρόσφατα συνιστά και μία έκτη δόση 90 ημέρες, μετά την 1η δόση. Σε άτομα που έχουν εμβολιαστεί στο παρελθόν με 3 τουλάχιστον δόσεις, πρέπει να χορηγούνται μόνο 2 δόσεις, 0 και 3 ημέρες μετά την έκθεση.

β) Σε προφυλακτική χορήγηση συνιστώνται 3 δόσεις του 1 ml ενδομυϊκώς τις ημέρες 0, 7, 21 ή 28 και αναμνηστικές δόσεις κάθε 2 χρόνια.

Επίσης, γίνεται αντιτετανικός ορός ή και αντιτετανικό εμβόλιο. Αν το τραύμα είναι βαθύ μπορεί να χρειαστεί αντιβίωση από το στόμα για αερόβια και αναερόβια (π.χ augmentin-flagyl)



Πηγή: www.galinos.gr

Πρόληψη λύσσας

-Εάν ένας άνθρωπος υποστεί γλύψιμο του δέρματος (όχι βλενογόννου), και το δέρμα δεν έχει σχίσιμο ή εκδορές καμιά θεραπεία δεν απαιτείται.

-Εάν ο άνθρωπος δαγκωθεί από ζώο γνωστό, το ζώο είναι υπό επητήρηση για 10 ημέρες. Εάν το ζώο δεν εμφανίσει λύσσα δεν γίνεται θεραπεία. Αν όμως εμφανίσει λύσσα τότε γίνεται αντιλυσσικός ορός και εμβόλιο όταν το ζώο εμφανίσει τα πρώτα συμπτώματα λύσσας. Εάν το ζώο με λύσσα εξαφανιστεί και δεν εξετασθεί ο εγκέφαλος αρχίζεια αμέσως η θεραπεία.

-Αν το δάγκωμα είναι βαρύ και το ζώο γνωστό γίνεται αντιλυσσικός ορός και το ζώο τίθεται υπό επιτήρηση. Αν το ζώο δεν εμφανίσει λύσσα σε 5 ημέρες δεν γίνεται άλλη θεραπεία. Αν εμφανίσει γίνεται εμβόλιο. Αν το ζώο εξαφανίσθηκε γίνεται ορός και εμβόλιο.

Το αντιλυσσικό εμβόλιο γίνεται στον δελτοειδή μυ στους ενήλικες και τα μεγαλύτερα παιδιά και στην πρόσθια έξω επιφάνεια του μηρού στα βρέφη και νήπια.

Σε περιοχές που η νόσος ενδημεί, τοποθετείται φίμοτρο στα ύποπτα ζώα, εμβολιάζονται τα αδέσποτα

HRIG: Αντιλυσσική ανοσοσφαιρίνη (ανθρώπινη).

HDVC: Εμβόλιο αναπτυγμένο σε ανθρώπινα διπλοειδή κύτταρα.

RVA: Προσροφημένο αντιλυσσικό εμβόλιο αναπτυγμένο σε διπλοειδή κύτταρα πιθήκου Rhesus.

To εμβόλιο είναι Eξασθενημένοι ιοί λύσσας από καλλιέργεια σε ανθρώπινα διπλοειδή κύτταρα (HDCV) ή διπλοειδή κύτταρα πιθήκου Rhesus (RVA).

Eνδείξεις εμβολίου λύσσας

Προφύλαξη από λύσσα μετά από πιθανή έκθεση στον ιό:

α) Mετά από δήγμα άγνωστου ή λυσσασμένου σκύλου ή γάτας. Σε περίπτωση γνωστού ζώου, παρακολουθείται επί 10ήμερο

β) Mετά από δήγμα νυκτερίδας, αλεπούς, λύκου ή άλλου άγριου ζώου

γ) Mετά από δήγμα τρωκτικών ή λαγόμορφων ζώων, που δεν είναι δυνατόν να παρακολουθηθούν.

Προφυλακτικά σε κτηνίατρους, άτομα που ασχολούνται στο εργαστήριο με καλλιέργειες ιού λύσσας ή άτομα που βρίσκονται σε στενή επαφή με ζώα.

Aντενδείξεις: Η κύηση δεν αποτελεί αντένδειξη για τον εμβολιασμό

Aνεπιθύμητες ενέργειες: Συνήθως ερυθρότητα, οίδημα και πόνος στο σημείο του εμβολιασμού. Σπανίως συστηματικές αλλεργικές αντιδράσεις, πυρετός, ρίγος, κεφαλαλγία, ζάλη, καταβολή δυνάμεων, αρθραλγίες κοιλιακά άλγη, διάρροια.

Aλληλεπιδράσεις: Tα ανοσοκατασταλτικά και ανθελονοσιακά φάρμακα, όπως η χλωροκίνη και η κορτιζόνη μπορεί να παρεμποδίσουν την ανάπτυξη ανοσίας.

Προσοχή στη χορήγηση: Σε άτομα που βρίσκονται σε ανοσοκαταστολή. Προσοχή! Δεν πρέπει να δίνονται στερινοειδή γιατι καταστέλλουν την ανοσία. Χορηγούνται μόνο σε απειλητικές για τη ζωή νευροπαραλυτικές αντιδράσεις.

Δοσολογία: α) Μετά από πιθανή έκθεση στον ιό συνιστώνται 5 δόσεις του 1 ml ενδομυϊκώς τις ημέρες 0, 3, 7, 14 και 28, και χορήγηση ειδικής υπεράνοσης ανοσοσφαιρίνης. Ο ΠOY πρόσφατα συνιστά και μία έκτη δόση 90 ημέρες, μετά την 1η δόση. Σε άτομα που έχουν εμβολιαστεί στο παρελθόν με 3 τουλάχιστον δόσεις, πρέπει να χορηγούνται μόνο 2 δόσεις, 0 και 3 ημέρες μετά την έκθεση. β) Σε προφυλακτική χορήγηση συνιστώνται 3 δόσεις του 1 ml ενδομυϊκώς τις ημέρες 0, 7, 21 ή 28 και αναμνηστικές δόσεις κάθε 2 χρόνια.

Για την πρόληψη της  λύσσας απαιτείται  αυστηρή διενέργεια ελέγχων των εισαγομένων από τις γειτονικές χώρες σκύλων,  υποχρεωτικός εμβολιασμός όλων των σκύλων, με ευθύνη των ιδιοκτητών τους με προτεραιότητα στους ποιμενικούς και κυνηγετικούς σκύλους σε γεωγραφική ζώνη έκτασης και βάθους 30 km από τα σύνορα της χώρας και  παρακολούθηση  κάθε  ύποπτου ζώου άγριου ή κατοικίδιου που φέρει παρεμφερή κλινικά συμπτώματα με τη λύσσα (απρόκλητη επιθετικότητα, υπερβολική σιελόρροια, άρνηση φαγητού-νερού).

Στον υποχρεωτικό εμβολιασμό των κατοικίδιων ζώων, διευκρινίζεται ότι στα δεσποζόμενα ζώα  εφαρμόζεται εμβολιασμός κατά της λύσσας με ευθύνη των ιδιοκτητών τους, ενώ τα αδέσποτα ζώα (σκύλοι-γάτες) τα οποία περισυλλέγονται από το ειδικό συνεργείο του Δήμου, προβλέπεται πρόγραμμα εμβολιασμού λύσσας και άλλων ασθενειών με ευθύνη του Δήμου και των φιλοζωικών οργανώσεων.

Οι ιδιοκτήτες κατοικίδιων ζώων κάνουν  προληπτικό  εμβολιασμό σε αυτά κατά της λύσσας.

Το πρόβλημα της λύσσας εντοπίζεται συχνότερα σε αδέσποτα ζώα που κατοικούν σε αγροτικές ή ημιαστικές περιοχές, όπου τα οικόσιτα ζώα είναι πιθανότερο να έρθουν σε επαφή με άγρια σαρκοφάγα.

Στην Ευρώπη, κάθε χρόνο καταγράφονται και επιβεβαιώνονται περίπου 6.000 κρούσματα σε ζώα (κυρίως άγρια σαρκοφάγα), ενώ 8 με 10 άνθρωποι πεθαίνουν από λύσσα.

Βιβλιογραφία

Ειδική Νοσολογία Γαρδίκας, Εκδ. Παριζιάνος

www.emedi.gr

Τελευταία τροποποίηση στιςΚυριακή, 05 Ιανουαρίου 2014 21:06
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Λαμβλίαση Εμβόλιο μηνιγγιτιδόκοκκου »
Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια
επιστροφή στην κορυφή


Σχετικά με το EMEDI

Εφημερεύοντα Φαρμακεία