Τετάρτη, 09 Ιουλίου 2014 18:50

Αγγειοσάρκωμα

Γράφτηκε από την
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(2 ψήφοι)

Συνήθως, η αιτία του είναι ιατρογενής

Γράφει η

Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά

Ειδικός Παθολόγος- Ογκολόγος, MD, PhD

Το αγγειοσάρκωμα, ICD-10 C49.9  είναι ένα κακόηθες νεόπλασμα των ενδοθηλιακών κυττάρων του αγγειακού τοιχώματος. Αιμαγγειοσάρκωμα στα αιμοφόρα αγγεία και λεμφαγγειοσάρκωμα στα λεμφαγγεία.

Η καταγωγή του επιτρέπει τυπικά εύκολα τις μεταστάσεις σε απομακρυσμένες περιοχές.

Οι περισσότεροι αυτοί όγκοι είναι κακοήθεις. Αιμαγγειοσαρκώματα και λεμφαγγειοσαρκώματα του δέρματος δεν είναι συχνά.

Αγγειοσάρκωμα του ήπατος, έχει παρατηρηθεί σε εργάτες που εκτίθενται στο βινυλοχλωρίδιο. Επίσης, σχετίζεται με έκθεση σε εντομοκτόνα που περιέχουν αρσενικό και στο Thorotrast.

Σε σκύλους, το αιμαγγειοσάρκωμα είναι συχνό, σε γκόλντεν ριτρίβερ και λαμπραντόρ ριτρίβερ.

Το αγγειοσάρκωμα είναι ένας καρκίνος του εσωτερικού τοιχώματος των αγγείων, και αυτό μπορεί να συμβεί σε οποιαδήποτε περιοχή του σώματος.

Η νόσος εμφανίζεται πιο συχνά στο δέρμα, στο μαστό, στο ήπαρ, στο σπλήνα, και σε βαθείς ιστούς.

Το αγγειοσάρκωμα του δέρματος ή δερματικό αγγειοσάρκωμα, αποτελεί την πλειοψηφία των περιπτώσεων αγγειοσαρκωμάτων, και βρίσκεται συνήθως στο τριχωτό της κεφαλής και το πρόσωπο.

Αγγειοσάρκωμα που εμφανίζεται κάτω από την επιφάνεια του δέρματος ονομάζεται υποδόριο αγγειοσάρκωμα.

Περίπου 25% των αγγειοσαρκωμάτων βρίσκονται σε βαθείς ιστούς, και περίπου 8% βρίσκονται στον ιστό του μαστού.

Τα αγγειοσαρκώματα συμβαίνουν σε άνδρες και γυναίκες όλων των φυλών, και είναι σπάνια στα παιδιά. Οι ασθενείς με αγγειοσάρκωμα αντιμετωπίζονται καλύτερα σε ειδικά κέντρα...


Τι προκαλεί το αγγειοσάρκωμα;

Στις περισσότερες περιπτώσεις, η αιτία είναι άγνωστη.

Η πιο ευρέως γνωστή αιτία του αγγειοσαρκώματος είναι το λεμφοίδημα, η διόγκωση της περιοχής του σώματος, λόγω της συλλογής υγρού.

Το αγγειοσάρκωμα μπορεί, επίσης, να οφείλεται σε έκθεση σε ακτινοβολία ή χημειοθεραπεία και το αγγειοσάρκωμα έχει συσχετισθεί με καρκινογόνους παράγοντες, όπως το χλωριούχο βινύλιο, το αρσενικό και το διοξείδιο του θορίου, το Dacron, ένα μεταλλικό σώμα κ.α    

Οι ακόλουθοι παράγοντες μπορεί να σχετίζονται με την ανάπτυξη όγκου:   

  • Ριζική μαστεκτομή. Το χρόνιο λεμφοίδημα είναι υπεύθυνο για τα αγγειοσαρκώματα του δέρματος και των μαλακών ιστών. Τυπικά, το λεμφοίδημα που σχετίζεται με τα αγγειοσαρκώματα συμβαίνει σε γυναίκες που έχουν υποβληθεί σε ριζική μαστεκτομή για καρκίνωμα του μαστού και είχαν χρόνιο λεμφοίδημα για πολλά χρόνια (σύνδρομο Stewart-Treves) ή στο πόδι των ασθενών, ως συνέπεια της ριζικής βουβωνικής λεμφαδενεκτομή για μεταστάσεις από κακοήθες μελάνωμα.
  • Το χρόνιο λεμφοίδημα συγγενές, ιδιοπαθές, τραυματικό ή μολυσματικό, προδιαθέτει σε αγγειοσάρκωμα.
  • Ακτινοθεραπεία. Τα αγγειοσαρκώματα που προκαλούνται από ακτινοβολία συμβαίνουν μετά την ακτινοθεραπεία για καρκίνωμα του τραχήλου, των ωοθηκών, του ενδομητρίου, ή του μαστού και για νόσο του Hodgkin. Η βλάβη προκύπτει στην περιοχή της προηγούμενης ακτινοβολίας, σε περίπου 10 χρόνια. Ο κίνδυνος για σαρκώματα μετά την ακτινοθεραπεία φαίνεται να αυξάνει με την αύξηση της δοσολογίας. Τα αγγειοσαρκώματα των οστών που προκύπτουν από την ακτινοβολία είναι συχνά. Τα αγγειοσαρκώματα των μαλακών ιστών εντός του πεδίου ακτινοβολίας, αναπτύσσονται μετά από ακτινοβολία για κακοήθες ινώδες ιστιοκύττωμα (MFH).
  • Μερικά αγγειοσαρκώματα συνδέονται με ξένο υλικό που εισάγεται στο σώμα, είτε ιατρογενώς ή τυχαία (Dacron, ατσάλι, πλαστικό υλικό μοσχεύματος, χειρουργικοί σπόγγοι, και κερί των οστών).
  • Το αγγειοσάρκωμα σχετίζεται με περιβαλλοντικές καρκινογόνες ουσίες (φυτοφάρμακα σε αμπέλια και θεραπεία της ψωρίασης). Η έκθεση στο αρσενικό μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο για αγγειοσάρκωμα του ήπατος. Οι διοξίνες, συνδέονται με την ανάπτυξη σαρκώματα μαλακών ιστών. Παρομοίως, η έκθεση σε βινυλοχλωρίδιο που χρησιμοποιείται στον πολυμερισμό στη βιομηχανία πλαστικών μπορεί να οδηγήσει σε αγγειοσαρκώματα του ήπατος και των μαλακών ιστών.
  • Αγγειοσάρκωμα εμφανίζεται με αυξημένη συχνότητα σε ασθενείς με AIDS.
  • Το αγγειοσάρκωμα των οστών μπορεί να προκύψει σε ένα προηγούμενο τραύμα οστών ή σε χρόνια οστεομυελίτιδα.

 


Διαφοροδιάγνωση του αγγειοσαρκώματος

  • Φυλλοειδές κυστεοσάρκωμα
  • Αιμαγγειοβλάστωμα
  • Αιμαγγειώματα
  • Ηπατικό σάρκωμα Kaposi
  • Μεταστατικό καρκίνο
  • Καρκίνο αγνώστου πρωτοπαθούς εστίας

Ποια είναι τα συμπτώματα στο αγγειοσάρκωμα;

  • Το αγγειοσάρκωμα μπορεί να μοιάζει με μια λοίμωξη του δέρματος, μια μελανιά ή μια βλάβη που δεν επουλώνεται. Μπορεί να έχει ένα βιολετί χρώμα, και κάποιος πρέπει να ανησυχεί ιδιαίτερα εάν προκύψει μια τέτοια περιοχή σε περιοχή προηγούμενης θεραπείας με ακτινοβολία.
  • Μπορεί, επίσης, να εμφανιστεί ως ένα μαλακό εξόγκωμα.
  • Οι εν τω βάθει όγκοι μένουν απαρατήρητοι μέχρι να αρχίσουν να επηρεάζουν τους γύρω ιστούς και τα όργανα.
  • Σε προχωρημένη νόσο υπάρχουν παθολογικά κατάγματα, αναιμία, ή ηπατική δυσλειτουργία, αιμορραγία, θρομβοπενία ή ενδαγγειακή διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη και συμπίεση των γειτονικών νευροαγγειακών δομών που προκαλεί πόνο.
  • Το οπισθοπεριτοναϊκό αγγειοσάρκωμα παρουσιάζεται, συνήθως, ως ασυμπτωματική μάζα και γενικά, μπορεί να φτάσει σε μεγάλο μέγεθος. Παρουσιάζουνται νευρολογικά συμπτώματα από συμπίεση των οσφυϊκών νεύρων ή της πυέλου.
  • Περίπου το 33% των ασθενών έχουν ένδειξη πρόσφατης αιμορραγίας ή διαταραχή της πηκτικότητας, συμπεριλαμβανομένης της αναιμίας, επίμονο αιμάτωμα, αιμοθώρακα, ασκίτη αιμορραγικό, και γαστρεντερική αιμορραγία.
  • Διόγκωση των λεμφαδένων σε 45% των ασθενών.
  • Το αγγειοσάρκωμα των οστών μπορεί να επηρεάσει οποιοδήποτε τμήμα του σκελετού, αν και 33% των όγκων αυτών συμβαίνουν στον αξονικό σκελετό, 33% σε μακρά σωληνοειδή οστά, και το υπόλοιπο σε μικρά οστά των χεριών και των ποδιών. Οι όγκοι αυτοί μπορεί να είναι πολυεστιακοί ή πολυκεντρικοί, με τη συμμετοχή πολλών οστών του ιδίου άκρου. Οι ασθενείς έχουν πόνους. 
  • Μερικές φορές, υπάρχει οίδημα και αύξηση του μεγέθους του προσβεβλημένου άκρου, λόγω επηρεασμού των επιφανειακών οστών ή μαλακών ιστών. Παθολογικά κατάγματα συμβαίνουν σε 10% των ασθενών.
  • Υπάρχουν τέσσερις παραλλαγές δερματικού αγγειοσαρκώματος: το αγγειοσάρκωμα του τριχωτού της κεφαλής και του προσώπου, το αγγειοσάρκωμα στο πλαίσιο λεμφοιδήματος (σύνδρομο Stewart-Treves), το προκαλούμενο από ακτινοβολία αγγειοσάρκωμα, και το επιθηλιοειδές αγγειοσάρκωμα.

-Το δερματικό αγγειοσάρκωμα του τριχωτού της κεφαλής και του προσώπου:

Αυτό είναι το πιο συχνό αγγειοσάρκωμα. Η ασθένεια κατά κύριο λόγο βρίσκεται στο κεφάλι και το λαιμό των ηλικιωμένων και είναι επίσης γνωστό ως αγγειοσάρκωμα Wilson-Jones ή γεροντικό αγγειοσάρκωμα ή κακόηθες αγγειοενδοθηλίωμα. Οι περισσότεροι ασθενείς παρουσιάζουν μια μελανιά με μπλε ή μαύρα οζίδια, ή με ένα έλκος που δεν επουλώνεται. Αρχικά, οι βλάβες αυτές μπορεί να συγχέονται με την κυτταρίτιδα, το οίδημα, τους μώλωπες, τη λοίμωξη, και οδηγεί σε καθυστέρηση στη διάγνωση. Αιμορραγία και πόνος μπορεί να είναι παρόντα. Η κλινική εικόνα των βλαβών μπορεί να είναι οζώδης, διάχυτη, ή να συνοδεύονται από έλκος.

-Το δερματικό αγγειοσάρκωμα που συνδέεται με το λεμφοίδημα:

Το λεμφοίδημα που σχετίζεται με το αγγειοσάρκωμα (LAS), αναφέρθηκε για πρώτη φορά από τον Stewart σε 6 ασθενείς με λεμφοίδημα μετά από μαστεκτομή. Σε κάθε περίπτωση, το αγγειοσάρκωμα αναπτύχθηκε στον ομόπλευρο βραχίονα και εμφανίστηκε αρκετά χρόνια μετά από μαστεκτομή. Στη συνέχεια, αναφέρθηκε LAS μετά από λεμφαδενεκτομή για το μελάνωμα, αλλά και και στο συγγενές λεμφοίδημα, στο λεμφοίδημα της φιλαρίασης, και στο χρόνιο ιδιοπαθές λεμφοίδημα. Ο κίνδυνος για την ανάπτυξη LAS 5 χρόνια μετά την μαστεκτομή είναι περίπου 5%. Η πιο συχνή του θέση είναι το μέσο του άνω βραχίονα και παρουσιάζεται ως μια ιώδης πλάκα ή οζίδιο επάνω στο οίδημα και έλκοςπου αναπτύσσεται γρήγορα

-Αγγειοσάρκωμα από ακτινοβολία:

Εμφανίζεται 4-40 χρόνια μετά την ακτινοβόληση. Η έκθεση σε Thorotrast μπορεί να οδηγήσει πολλά χρόνια αργότερα σε αγγειοσάρκωμα στο συκώτι.

-Το επιθηλιοειδές αγγειοσάρκωμα είναι μια σπάνια παραλλαγή με μια επιθετική πορεία και θάνατο 2-3 χρόνια μετά την διάγνωση.


Πώς γίνεται η διάγνωση του αγγειοσαρκώματος;

Η διάγνωση γίνεται με φυσική εξέταση και μπορεί να περιλαμβάνει μελέτες απεικόνισης, όπως μια ακτινογραφία, αξονική τομογραφία, μαγνητική τομογραφία ή ΡΕΤ scan. Αυτές οι μελέτες βοηθούν να προσδιοριστεί η θέση και το μέγεθος του όγκου και μπορεί, επίσης, να φανεί αν η ασθένεια έχει εξαπλωθεί.

Η οριστική διάγνωση γίνεται με βιοψία. Θα απαιτηθεί και μοριακή ανάλυση του όγκου. Τα περισσότερα αγγειοσαρκώματα είναι επιθετικοί και ταχέως αναπτυσσόμενοι όγκοι, αλλά μερικοί είναι όγκοι χαμηλότερου βαθμού κακοήθειας που είναι λιγότερο επιθετικοί και έχουν αργή ανάπτυξη, γι΄αυτό απαιτείται μοριακή ανάλυση του όγκου.

Η ξαφνική θρομβοπενία σε ασθενείς με αγγειοσάρκωμα μπορεί να σημαίνει ταχεία ανάπτυξη του πρωτογενούς όγκου ή ανάπτυξη μεταστατικής νόσου.

-MRI: Παρέχει πιο ακριβή οριοθέτηση της έκτασης της τοπικής νόσου. Μπορεί να ανιχνεύσει τις αλλαγές του μεγέθους του όγκου και στη σχέση της μάζας σε παρακείμενες ζωτικές δομές και μπορεί να εντοπίσει ενδοογκική νέκρωση ή αιμορραγία, ιδιαίτερα με τη χρήση των στατικών ή δυναμικών τεχνικών απεικόνισης με γαδολίνιο.

-Αξονική τομογραφία

-Ακτινογραφία: Η βλάβη είναι λυτική μάζα με ακανόνιστα όρια ή μεικτή.

-Σπινθηρογράφημα οστών: Είναι χρήσιμο για τη διαφορική διάγνωση με άλλες πολυεστιακές αγγειακές διαδικασίες των οστών, από το πολλαπλό μυέλωμα ή την ιστιοκυττάρωση Langerhans.

Στη βιοψία αν γίνει εξαγγείωση αίματος επιτρέπεται η μετάσταση των καρκινικών κυττάρων.

Το κύριο πρόβλημα στη διάγνωση του αγγειοσαρκώματος είναι η ιστοπαθολογική αναγνώριση.

Το αγγειοσάρκωμα μπορεί να συγχέεται με αγγειακούς όγκους ενδιάμεσης κακοήθειας, ακόμη και με τα αιμαγγειώματα.

Η συντριπτική πλειοψηφία των αλλοιώσεων εκφράζουν βιμεντίνη και εστιακό παράγοντα VIII αντιγόνου. Εκφράζεται, επίσης, CD34 (74%), BNH9 (ένας ενδοθηλιακός δείκτης, 72%), και κυτοκερατίνες (35%). Επιθηλιακό αντιγόνο μεμβράνης δεν εκφράζεται, πρωτεΐνη S100 και gp100 (ΗΜΒ-45), επίσης δεν εκφράζονται και αποκλείεται το μελάνωμα.

Τα αντισώματα αντι-CD31 είναι ένας από τα πιο ειδικούς δείκτες ενδοθηλιακών κυττάρων. Ωστόσο, διάφορα άλλοι ανοσοϊστοχημικοί δείκτες (εστιακός παράγοντας έναντι του παράγοντα VIII αντιγόνου) ή καλύτερα η μοριακή ανάλυση του όγκου θα πρέπει να πιστοποιεί την διάγνωση.

Υπάρχει υπερέκφραση του αγγειακού ενδοθηλιακού αυξητικού παράγοντα Α και C,  p-AKT, p-4EBP1, και eIF4E. Το μονοπάτι AKT/mTOR μπορεί να χρησιμοποιηθεί για στοχευμένη θεραπεία.


Σταδιοποίηση του αγγειοσαρκώματος

Πρωτογενής όγκος (Τ), εξάπλωση σε περιφερειακούς λεμφαδένες (Ν), και διήθηση απομακρυσμένων λεμφαδένων και άλλων απομακρυσμένων οργάνων και ιστών (μετάσταση, δηλαδή, Μ).

Το Τ, Ν, Μ και διαιρείται περαιτέρω σε Tx, Τ0, Τ1, Τ2, Τ3, Τ4, Nx, Ν0, Ν1, Ν2, Ν3 και Mx, M0, και Μ1.

Tx υποδεικνύει ότι ο πρωτογενής όγκος δεν μπορεί να εκτιμηθεί.

Τis δείχνει καρκίνωμα in situ, και το στάδιο IV υποδεικνύει μετάσταση.

GX: ο βαθμός δεν μπορεί να εκτιμηθεί (λόγω ελλιπών στοιχείων)

G1: Συνολικό σκορ 2 ή 3

G2: Συνολικό σκορ 4 ή 5

G3: Συνολική βαθμολογία 6

-Όγκος  (Τ)

Τ1: Το σάρκωμα είναι 5 cm ή μικρότερο

T1a: Ο όγκος είναι επιφανειακός, κοντά στην επιφάνεια του σώματος

T1b: Ο όγκος βρίσκεται βαθιά

Τ2: Το σάρκωμα είναι μεγαλύτερο από 5 cm 

T2a: Ο όγκος είναι επιφανειακός

T2b: Ο όγκος βρίσκεται βαθιά

-Λεμφαδένες (Ν)

N0: Το σάρκωμα δεν έχει εξαπλωθεί στους γειτονικούς λεμφαδένες 

Ν1: Το σάρκωμα έχει εξαπλωθεί στους γειτονικούς λεμφαδένες 

-Μετάσταση (M)

M0: Δεν υπάρχουν απομακρυσμένες μεταστάσεις

Μ1: Το σάρκωμα έχει εξαπλωθεί σε απομακρυσμένα όργανα ή ιστούς (όπως οι πνεύμονες)

Η μετάσταση στους λεμφαδένες θεραπεύεται διαφορετικά και θεωρούνται στάδιο IV. Η χειρουργική εξαίρεσή τους βοηθά.

ΣΤΑΔΙΟ Ι:  grade 1 & 2, Τ1α, Τ1β, Τ2α, Τ2β, Ν0, Μ0

ΣΤΑΔΙΟ ΙΙ: grade 3 & 4, Τ1α, Τ1β, Τ2α, Ν0, Μ0

ΣΤΑΔΙΟ ΙΙΙ: grade 3 & 4, Τ2β, Ν0, Μ0

ΣΤΑΔΙΟ IV: grade 1-4, Ν1, Μ1

Μ1: Τ1: <5εκ., Τ2: >5εκ., α: επιφανειακός, β: βαθύς

Στάδιο Ι: τοπικό και χειρουργήσιμο σε μία θέση.

Στάδιο ΙΙ: ενδεχομένως χειρουργήσιμο σε 1 ή περισσότερες θέσεις στο όργανο και μπορεί να αντιμετωπιστεί χειρουργικά. Η απόφαση για τη θεραπεία της νόσου εξαρτάται από την χειρουργική εμπειρία του ιατρού.

Στάδιο III: προχωρημένος καρκίνος που έχει εξαπλωθεί σε περισσότερες από μία θέσεις στο όργανο ή / και σε άλλα μέρη του σώματος. Συχνά αυτοί οι όγκοι απαιτούν πολλαπλές μορφές θεραπείας για μέγιστο όφελος. Συχνά, η χειρουργική εκτομή δεν παρέχει όφελος για τον ασθενή.

Στάδιο IV: Διάχυτος καρκίνος σε πολλαπλές θέσεις σε όλο το σώμα. Συχνά, η χειρουργική επέμβαση δεν ενδείκνυται, και η εξατομικευμένη θεραπεία είναι η καλύτερη επιλογή. 


Πώς αντιμετωπίζεται το αγγειοσάρκωμα;

Η χειρουργική επέμβαση είναι η κύρια μέθοδος θεραπείας για το αγγειοσάρκωμα. Χημειοθεραπεία και / ή ακτινοθεραπεία χρησιμοποιούνται πριν ή μετά τη χειρουργική επέμβαση. Η χημειοθεραπεία επιλογής για τα αγγειοσαρκώματα έχει η δοξορουβικίνη, και ορισμένα κέντρα χρησιμοποιούν συνδυασμό mesna, δοξορουβικίνης, και ιφοσφαμίδης. Η λιποσωμική δοξορουβικίνη, επίσης, χρησιμοποιείαι. Η πακλιταξέλη καιη Docetaxel έχουν δείξει αποτελεσματικότητα στα αγγειοσαρκώματα του κεφαλιού, του λαιμού και της κεφαλής. Καλύτερα για την εφαρμογή της θεραπείας να γίνεται μοριακή ανάλυση όγκου για να γίνεται εξατομικευμένη θεραπεία, γιατί τα αποτελέσματα με τις παραπάνω θεραπείες είναι απογοητευτικά.

Καλύτερα να εφαρμόζεται εξατομικευμένη θεραπεία, σύμφωνα με το μοριακό προφίλ όγκου και να προτιμώνται οι στοχευμένες ή βιολογικές θεραπείες.


Ποια είναι η πρόγνωση για τους ασθενείς με αγγειοσάρκωμα;

Δυστυχώς, πολλοί ασθενείς διαγιγνώσκονται με αγγειοσάρκωμα αφότου η ασθένεια έχει εξαπλωθεί σε όλο το σώμα, και αυτή η καθυστερημένη διάγνωση οδηγεί σε κακή πρόγνωση. Μελέτες δείχνουν ότι τα καλύτερα αποτελέσματα επιτυγχάνονται για τους ασθενείς που έχουν μικρότερους όγκους που απομακρύνονται με σαφή χειρουργικά περιθώρια. Το χαμηλής κακοήθειας αγγειοσάρκωμα του μαστού έχει καλή πρόγνωση.


Παρακολούθηση  ασθενών με αγγειοσάρκωμα

Οι ασθενείς με αγγειοσάρκωμα θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά μετά τη θεραπεία, κάθε τρεις μήνες για τα δύο πρώτα χρόνια και στη συνέχεια, κάθε έξι μήνες μέχρι τα 5 έτη και μετά ανά έτος


Πρόληψη του αγγειοσαρκώματος

Η μείωση της θνησιμότητας από καρκίνο επιτυγχάνεται μέσω μείωσης στη συχνότητα εμφάνισης του καρκίνου.

Οι στρατηγικές πρόληψης περιλαμβάνουν την αποφυγή καρκινογόνων ουσιών και την υιοθέτηση του τρόπου ζωής ή διατροφικούς παράγοντες που τροποποιούν τους καρκινογόνους παραγόντες ή τη γενετική προδιάθεση, για να αλλάξει ο μεταβολισμός των καρκινογόνων ουσιών ή να τροποποιηθούν οι επιπτώσεις των καρκινογόνων ουσιών. Η πρόληψη περιλαμβάνει, επίσης, την επιτυχή θεραπεία της προκαρκινωματωδών βλαβών.


Οι επιπλοκές που προκαλούνται από την μη εξατομικευμένη θεραπεία

-Νευραγγειακός τραυματισμός

-Επιπλοκές από ακτινοθεραπεία

-Επιπλοκές από τη χημειοθεραπεία

-Επιπλοκές από τη χειρουργική επέμβαση

Διαβάστε, επίσης,

Τα καρκινικά μονοπάτια των σαρκωμάτων

Τα ογκοκατασταλτικά γονίδια στον Κυτταρικό Κύκλο

Θεραπεία πρωτονίων

Μαστοκυττάρρωση

Οι στρωματικοί όγκοι γαστρεντερικού συστήματος μοντέλο στοχευόμενης θεραπείας

Σύνδρομο άνω κοίλης φλέβας

Σαρκώματα μαλακών μορίων

Σάρκωμα Ewing

Ρετινοβλάστωμα

Τι είναι ο καρκίνος;

Πρωτοπαθές σάρκωμα του πνεύμονα

Χόρδωμα

Οστεοσάρκωμα

Ανάπτυξη κακοήθειας μετά από μεταμόσχευση οργάνων

Ακτινοθεραπεία με ηλεκτρόνια

Στρωματικοί όγκοι γαστρεντερικού συστήματος

Επανένταξη ενός καρκινοπαθούς στην κοινωνία

Ρεφλεξολογία για την τόνωση του λεμφικού συστήματος

Πρόληψη και αντιμετώπιση λεμφοιδήματος

Τα καλύτερα βότανα για το λεμφοίδημα και την κυτταρίτιδα

Μονοπάτι PI3K/AKT/mTOR

www.emedi.gr
Γράφει η
Δρ Σάββη Μάλλιου Κριαρά
Ειδικός Παθολόγος- Ογκολόγος, MD, PhD
Διαβάστε περισσότερα για την Σάββη Μάλλιου Κριαρά
Διαβάστηκε 5306 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 09 Ιουλίου 2014 19:55
Σαββούλα Μάλλιου Κριαρά

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
DMC Firewall is developed by Dean Marshall Consultancy Ltd