Τρίτη, 02 Φεβρουαρίου 2016 08:11

Στενώματα νεφρών και ουρητήρων

Γράφτηκε από την
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

Σήμερα αντιμετωπίζονται ενδοσκοπικά ή με τη ρομποτική χειρουργική

Τα στενώματα νεφρών και ουρητήρων ICD-10 N13.5 είναι παθήσεις όπου καθυστερεί η αποβολή των ούρων από το νεφρό με αποτέλεσμα την διόγκωσή του (υδρονέφρωση).

Οι καταστάσεις αυτές παρουσιάζονται με την εμφάνιση πόνου στην περιοχή του νεφρού, λιθίαση, υπέρταση και ουρολοιμώξεις που υποτροπιάζουν.

Μία στένωση του ουρητήρα χαρακτηρίζεται από μια στένωση του αυλού του ουρητήρα, προκαλώντας λειτουργική απόφραξη. Η πιο συχνή αιτία της στένωσης του ουρητήρα είναι η απόφραξη της ουρητηροπυελικής συμβολής που είναι συγγενής ή επίκτητη στένωση στο επίπεδο ουρητηροπυελικής διασταύρωσης. 


Αίτια στενωμάτων νεφρών και ουρητήρων

Τα στενώματα των νεφρών και των ουρητήρων μπορεί να είναι εξωγενή ή ενδογενή, καλοήθη ή κακοήθη, και ιατρογενή ή μη ιατρογενή.

Οι εξωγενείς κακοήθεις στενώσεις είναι  αυτές που προκαλούνται από πρωτοπαθή ή μεταστατικό καρκίνο. Οι κακοήθειες του τραχήλου της μήτρας, του προστάτη, της ουροδόχου κύστης, και του παχέος εντέρου, συχνά προκαλούν εξωγενή συμπίεση του περιφερικού ουρητήρα.

Η οπισθοπεριτοναϊκή λεμφαδενοπάθεια, που προκαλείται από πολλές κακοήθειες, ιδιαίτερα λέμφωμα, καρκίνωμα των όρχεων, καρκίνο του μαστού ή του προστάτη μπορεί να προκαλέσει  απόφραξη ουρητήρα.

Η εξωγενής καλοήθης συμπίεση οφείλεται σε ιδιοπαθή οπισθοπεριτοναϊκή ίνωση και μπορεί, επίσης, να προκαλέσει ετερόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη απόφραξη ουρητήρα, που οδηγεί σε αζωθαιμία.

Το καρκίνωμα από μεταβατικό επιθήλιο μπορεί να προκαλέσει απόφραξη.

Η κακοήθης απόφραξη ουρητήρα διαφοροποιείται από την καλοήθη απόφραξη ουρητήρα με  την παρουσία μιας εξωγενούς μάζας στην αξονική τομογραφία ή το υπερηχογράφημα και την εμφάνιση του ουρητήρα στις εικόνες αντίθεσης. Σε αυτή την περίπτωση ο ουρητήρας έχει, συνήθως, ακανόνιστο σχήμα και υπάρχει διεύρυνση του ουρητήρα κάτω από την αλλοίωση. Οι καλοήθεις στενώσεις είναι συνήθως ομαλές, χωρίς  διάταση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν μπορεί να γίνει διαφοροδιάγνωση.

Τα καλοήθη στενώματα μπορεί να είναι συγγενή, ιατρογενή ή μη ιατρογενή (λίθοι ή χρόνια φλεγμονή του ουρητήρα π.χ. φυματίωση και σχιστοσωμίαση).

Η ευρεία χρήση της κυστεοσκόπησης έχει οδηγήσει σε αύξηση της συχνότητας της ιατρογενούς στένωσης του ουρητήρα (3% -11%). Με τη χρήση των μικρότερων και πιο σύγχρονων ενδοσκοπίων η συχνότητα είναι μικρότερη του 1%. Η διάτρηση του ουρητήρα κατά τη διάρκεια διαδικασιών διάνοιξης του ουρητήρα είναι και αυτός παράγοντας κινδύνου για στένωση. Παράγοντες κινδύνου για στένωση νεφρών και ουρητήρων στένωση κατά τη διάρκεια ουρητηροσκόπησης είναι το μεγάλο ενδοσκόπιο, η παρατεταμένη διάρκεια εξέτασης, η ύπαρξη λίθου, η διάτρηση ουρητήρα, η εγγύς τοποθεσία μιας πέτρας και η χρήση ενδοσωματικής λιθοτριψίας.

Τα στενώματα ουρητήρα μπορεί να οφείλονται και σε τοποθέτηση ουροστομιών. Η συχνότητα των στενώσεων κατά τη διάρκεια εκτροπής των ούρων είναι 3% -5%.

Κακώσεις ουρητήρα μπορεί να συμβούν από οποιαδήποτε πυελική χειρουργική επέμβαση ή οπισθοπεριτοναϊκή, ιδιαίτερα κοιλιακή υστερεκτομή και κολεκτομή. Η γυναικολογική χειρουργική επέμβαση είναι υπεύθυνη για το 75% των ιατρογενών κακώσεων του ουρητήρα. Οι παράγοντες κινδύνου για τον τραυματισμό του ουρητήρα κατά τη διάρκεια υστερεκτομής είναι η κακοήθεια, η πυελική ακτινοβολία, η ενδομητρίωση πριν τη χειρουργική επέμβαση και η χειρουργική επέμβαση για πρόπτωση της μήτρας.

Οι ιατρογενείς καλοήθεις στενώσεις μπορεί να προκληθούν από διάφορες αιτίες:

  • Ουρητηροσκόπηση
  • Τραυματισμός κατα το ανοιχτό χειρουργείο η τη λαπαροσκόπηση
  • Ακτινοθεραπεία
  • Ουροστομίες
  • Μεταμόσχευση νεφρού

Παθοφυσιολογία στενώσεων νεφρών και ουρητήρων

Οι στενώσεις οφείλονται συνήθως σε ισχαιμία που προκαλεί ίνωση, όπως κατά την ανοικτή χειρουργική επέμβαση ή την ακτινοθεραπεία, ενώ η στένωση θεωρείται μη ισχαιμική αν προκαλείται από λίθο ή συγγενείς ανωμαλίες. Λιγότερο συχνά, η αιτιολογία είναι μηχανική, όπως από ράμματα ή χειρουργική κλιπ.

Τα στενώματα δημιουργούνται από την διαταραγμένη απόθεση κολλαγόνου από την ίνωση, και την φλεγμονή.

Η προκύπτουσα απόφραξη νεφρών και ουρητήρων μπορεί να είναι ήπια, προκαλώντας μόνο ασυμπτωματική εγγύς διαστολή του ουρητήρα και υδρονέφρωση ή σοβαρή, προκαλώντας πλήρη απόφραξη και επακόλουθη απώλεια της νεφρικής λειτουργίας.


Σημεία και συμπτώματα στενώσεων νεφρών και ουρητήρων

Μερικοί ασθενείς με στενώσεις του ουρητήρα είναι ασυμπτωματικοί. Άλλοι είναι συμπτωματικοί μόνο κατά τη διάρκεια των περιόδων της διούρησης ή παθαίνουν σοβαρούς νεφρικούς κολικούς.

Ο βαθμός των συμπτωμάτων συσχετίζεται με το βαθμό της απόφραξης.

Η νεφρική ανεπάρκεια και η αζωθαιμία μπορεί να οφείλονται σε στενώσεις και των 2 ουρητήρων, από εξωτερική συμπίεση λόγω οπισθοπεριτοναϊκής κακοήθειας, ή οπισθοπεριτοναϊκή ίνωση και η αποκατάσταση εξαρτάται από τη διάρκεια της απόφραξης των ουρητήρων.

Το λεπτομερές ιστορικό του ασθενούς για τα συμπτώματα κατά τη διάρκεια της διούρησης (π.χ., μετά από καφεϊνούχα ή αλκοολούχα ποτά), το ιστορικό προηγούμενης κακοήθειας, ή χειρουργικής επέμβασης, ή ακτινοθεραπείας, το κοιλιακό άλγος, η πληρότητα ή η ευαισθησία θα βοηθήσουν στη διάγνωση.

Η λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος  ή η πυελονεφρίτιδα σχετίζονται με μονόπλευρη απόφραξη ουρητήρα. Οι ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκεια ή ανωμαλίες στο νεφρό μπορεί να παρουσιάσουν αυξημένο επίπεδο κρεατινίνης ορού ή αζωθαιμία. Επίσης, οι ασθενείς με στένωση σε μονήρη ή λειτουργικό μονήρη νεφρό (π.χ., ασθενείς με μεταμόσχευση νεφρού) μπορεί να εμφανίζουν νεφρική ανεπάρκεια.

Οι ενδείξεις για την παρέμβαση σε ασθενείς με στενώσεις ουρητήρα είναι: πόνος, μόλυνση, ή απόφραξη, που μπορεί να απειλήσουν τη νεφρική λειτουργία του ασθενούς ή πέτρα κοντά στην στένωση ή αιματουρία.

Ο ουρητήρας είναι ένας μυϊκός σωλήνας με επένδυση από μεταβατικό επιθήλιο που κατευθύνεται από τη νεφρική πύελο στην ουροδόχο κύστη οπισθοπεριτοναϊκά. Το μήκος του ουρητήρα είναι 20-30 εκατοστά, ανάλογα με το ύψος του ατόμου. Το μέγεθος του αυλού είναι 4-10 mm σε διάμετρο, ανάλογα. Οι στενότερες περιοχές είναι η ουρητηροπυελική συμβολή, το σημείο που διασχίζει τη διακλάδωση των λαγόνιων αρτηριών, και η ουρητηροκυστική συμβολή. Η παροχή αίματος στους ουρητήρες γίνεται από κλάδους των νεφρικών αρτηριών και των γονάδων.

Η κύρια αντένδειξη για τη χειρουργική επέμβαση στένωσης ουρητήρα (ενδοσκοπική ή ανοικτή) είναι μια ενεργή και χωρίς θεραπεία λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος. Σχετική αντένδειξη είναι η μη διορθωμένη αιμορραγική διάθεση. Εάν ο ασθενής έχει κακοήθεια, είναι εξαιρετικά ηλικιωμένους, ή έχει υψηλό κίνδυνο χειρουργικών επιπλοκών και ανέχεται την εσωτερική τοποθέτηση stent, αυτή είναι η πιο κατάλληλη. Αν η νεφρική λειτουργία είναι μικρότερη από 10%, η ανάκτησή της είναι απίθανη και η νεφρεκτομή είναι η κατάλληλη μέθοδος αντιμετώπισης


Διάγνωση στενωμάτων νεφρών και ουρητήρων
-Γενική ούρων

-Καλλιέργεια ούρων και τεστ ευαισθησίας

-Ηλεκτρολύτες του ορού

-Ουρία και κρεατινίνη ορού

-Υπερηχογράφημα νεφρών. Το υπερηχογράφημα νεφρών είναι συχνά η αρχική μελέτη απεικόνισης, για να αξιολογηθούν οι στενώσεις του ουρητήρα και η υδρονέφρωση και δεν απαιτεί ενδοφλέβια χορήγηση σκιαγραφικού. Αρκετά φτωχή είναι η απεικόνιση του ουρητήρα, ιδιαίτερα σε ασθενείς που είναι παχύσαρκοι.

-Αξονική τομογραφία. Η ελικοειδής αξονική τομογραφία  χρησιμοποιείται συνήθως για την αξιολόγηση ασθενών με οξύ πόνο. Ανευρίσκεται η θέση της διάτασης, εκτιμάται το πάχος τοιχώματος του ουρητήρα, η ύπαρξη λίθου, και η απόφραξη, χωρίς σκιαγραφικό, αλλά δεν μπορεί να εκτιμηθεί καλά ο βαθμός απόφραξης και η νεφρική λειτουργία. Το σκιαγραφικό επιτρέπει την αξιολόγηση του βαθμού της απόφραξης, αλλά είναι νεφροτοξικό, αλλά απεικονίζονται και οι εξωγενείς αιτίες της απόφραξης από πρωτοπαθή κακοήθη ή μεταστατική νόσο.

-Ενδοφλέβια πυελογραφία. Η ενδοφλέβια πυελογραφία σήμερα δεν χρησιμοποιείται, αλλά είναι ιδιαίτερα πολύτιμη σε ασθενείς που έχουν μερική απόφραξη με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.

-Παλίνδρομη πυελογραφία. Αυτή η μελέτη γίνεται χωρίς ενδοφλέβιο σκιαγραφικό και χρησιμοποιείται συχνά  για την επισκευή στενώσεως του ουρητήρα, αλλά απαιτεί κυστεοσκόπηση. 

-Σπινθηρογράφημα. Χρησιμοποιείται για να μετρηθεί ο βαθμός της απόφραξης και να εκτιμηθεί η νεφρική λειτουργία. Η διουρητική νεφρική σάρωση χρησιμοποιείται για τη μέτρηση κάθαρσης του ραδιοφαρμάκου με την πάροδο του χρόνου και για τον υπολογισμό της νεφρικής ροής του αίματος, η οποία συσχετίζεται με τη σχετική νεφρική λειτουργία. Τα πιο συχνα ραδιοφάρμακα που χρησιμοποιούνται σήμερα είναι το τεχνήτιο 99m Tc mercaptoacetyltriglycine (σωληνάρια) και το τεχνήτιο 99m Tc διαιθυλενοτριαμινο πενταοξικό οξύ (σπειράματα). Κατά την πρόσληψη του ραδιοφαρμάκου, ενδοφλέβια φουροσεμίδη, συνήθως 20 mg, μπορεί να χορηγηθεί για να επάγει τη και να καταστεί δυνατή η εκτίμηση της κάθαρσης του ουροποιητικού.

-Ενδοαυλική υπερηχοτομογραφία. Βοηθάει την αξιολόγηση της απόφραξης του ουρητήρα (π.χ., ίνωση, αγγειακές δομές), αλλά είναι επεμβατική διαδικασία.

-Μαγνητική τομογραφία: Η MRI μπορεί να είναι χρήσιμη για την αξιολόγηση ασθενών με μεταμόσχευση νεφρού που έχουν νεφρική ανεπάρκεια και στους οποίους τα υπερηχογραφικά ευρήματα είναι φυσιολογικά ή διφορούμενα.

-Τα ιστολογικά ευρήματα στενώσεων νεφρών και ουρητήρων: Τα ιστολογικά ευρήματα των καλοήθων στενώσεων του ουρητήρα είναι μη ειδικά. Υπάρχει ουλώδης ιστός με εναπόθεση κολλαγόνου και φλεγμονώδης διήθηση. Τα στενώματα από ακτινοβολία μπορεί να αποδειχθούν από την έλλειψη κυτταρικότητας και την αγγειακή υπερτροφία, ενώ τα κακοήθη στενώματα έχουν χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης παθολογίας του καρκίνου, συνήθως από μεταβατικό επιθήλιο.

Ταξινόμηση στενώσεων ουρητήρων

Οι στενώσεις μπορούν να ταξινομηθούν με βάση τη θέση και τη σοβαρότητα (εγγύς στο ιερό οστούν), μέσο (πάνω από το ιερό οστούν) και άπω (είσοδος της πυέλου). Η σοβαρότητα αναφέρεται συνήθως στο βαθμό απόφραξης (δηλαδή, ήπια, μέτρια, σοβαρή).


Θεραπεία στενώσεων νεφρών και ουρητήρων

Παραδοσιακά τα στενώματα στο νεφρό (πυελοουρητηρική συμβολή) αντιμετωπίζονται με την κλασσική ανοιχτή μέθοδο (τομή).

Σήμερα αντιμετωπίζονται είτε ενδοσκοπικά, με κατιούσα ή ανιούσα ενδοπυελοτομή είτε καλύτερα με ρομποτική χειρουργική εξαλείφοντας έτσι τις επώδυνες, αλλά και αισθητικά απαράδεκτες ουλές.

-Διαστολή στενώσεων με μπαλόνι

Η αρχική διαχείριση των καλοήθων στενωμάτων είναι η διαστολή με μπαλόνι, που ακολουθείται από τοποθέτηση stent για 4-6 εβδομάδες (ποσοστά επιτυχίας 48% -88%). Με δεδομένη την συχνή ανάγκη για πολλαπλές διαστολές οι περισσότεροι ουρολόγοι  συστήνουν ενδοσκοπική τομή για την αρχική διαχείριση.

-Ενδοουρητηροτομή

Η διαδικασία αυτή εκτελείται συνήθως σε καλοήθεις στενώσεις (ποσοστά επιτυχίας 55-85%). 

-Μεταλλικά stent ουρητήρων

Χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του τελικού σταδίου κακοήθους νόσου και γίνεται εγγύς αποσυμπίεση. Η αφαίρεση στεντ είναι εξαιρετικά δύσκολη, και επίσης, μπορεί να μετακινηθεί. Μπορεί να εφαρμοστεί και σε καλοήθεις στενώσεις του ουρητήρα και απόφραξη. Ένας αριθμός  μεταλλικών stents που είναι επικαλυμμένα με πολυμερή τα οποία επιβραδύνουν την ανάπτυξη πέτρας είναι διαθέσιμα σήμερα στην αγορά και αλλάζουν κάθε 6-12 μήνες και απαιτούν για τον έλεγχο συχνές κυστεοσκοπήσεις.

-Η ανοικτή χειρουργική επέμβαση

Όλες οι ανοικτές διαδικασίες φέρουν αυξημένο κίνδυνο νοσηρότητας, αυξημένο χρόνο ανάρρωσης και αυξημένο χρόνο νοσηλείας σε σχέση με τις ενδοσκοπικές προσεγγίσεις. Η χειρουργική προσέγγιση που χρησιμοποιείται εξαρτάται πρωτίστως από τη θέση της στένωσης του ουρητήρα. 

-Λαπαροσκοπική και ρομποτική αποκατάσταση

Με την αύξηση της διαθεσιμότητας του συστήματος ρομπότ da Vinci η ανοιχτή μέθοδος δεν χρησιμοποιείται πια.

Οι ενδοσκοπικές τεχνικές, οι οποίες χρησιμοποιούν όργανα που εισέρχονται μέσα από την ουρήθρα και την κύστη, μπορούν να βλέπουν μέσα στον ουρητήρα και να αντιμετωπίζουν το κώλυμα. Αυτή η διαδικασία ονομάζεται ενδοπυελοτομή (ενδοουρητηροτομή) και μπορεί να πραγματοποιηθεί εφόσον δεν φαίνεται διασταυρούμενο αγγείο στην αξονική τομογραφία. Αν και η επέμβαση της ενδοπυελοτομής διαρκεί λίγο χρόνο η επιτυχία της περιορίζεται μόνο στο 40% με 60% και με επιπλέον δυσκολίες για μία μελλοντική λαπαροσκοπική ανακατασκευή του ουρητήρα.

Η λαπαροσκοπική πυελοπλαστική είναι μία ελάχιστα τραυματική επέμβαση αντί της ανοιχτής πυελοπλαστικής. Η επέμβαση αυτή περιλαμβάνει κυστεοσκόπηση, τοποθέτηση ουρητηρικού καθετήρα (εσωτερικός καθετήρας που τοποθετείται στον ουρητήρα), ανακατασκευή και επανασύνδεση του ουρητήρα μέσω τριών μικρών οπών. Η λαπαροσκοπική πυελοπλαστική έχει 95% επιτυχία. Η συμβατική λαπαροσκόπηση, είναι λιγότερο επεμβατική αλλά περιορίζει την ελευθερία κινήσεων του χειρουργού, την ορατότητα και τον έλεγχο συγκριτικά με το ανοιχτό χειρουργείο.

Χειρουργική Θεραπεία: Πυελοπλαστική
Άλλη τεχνική για την αφαίρεση της απόφραξης του ουρητήρα είναι χειρουργική κοιλίας, η οποία ονομάζεται ανοιχτή πυελοπλαστική. Αυτό το χειρουργείο απαιτεί ολική αναισθησία και μακρά νοσηλεία στο νοσοκομείο γιατί προϋποθέτει ανοιχτή τομή στην κοιλιά για να υπάρξει πρόσβαση στον ουρητήρα. Η πυελοπλαστική είναι η χειρουργική ανακατασκευή ή επανόρθωση της νεφρική πυέλου για την παροχέτευση και αποσυμφόρηση του νεφρού. Συνήθως, πραγματοποιείται για την θεραπεία της απόφραξης της πυελοουρητηρικής συμβολής, εάν η νεφρική λειτουργία είναι επαρκής. Η επανόρθωση της νεφρικής πυέλου αντιμετωπίζει την απόφραξη του ουρητήρα αφαιρώντας την στενωμένη περιοχή της νεφρικής πυέλου ή της πυεολοουρητηρικής συμβολής και δημιουργώντας ένα νέο σιφώνιο για την απαγωγή των ούρων (τεχνική πυελοπλαστικής κατά Anderson-Hynes). Η πυελοπλαστική πραγματοποιείται παραδοσιακά χρησιμοποιώντας ανοιχτή προσέγγιση απαιτώντας μία μεγάλη τομή στην κοιλιά ή στην οσφυική περιοχή. 

da Vinci Πυελοπλαστική
Εάν κάποιος πρέπει και μπορεί να υποβληθεί σ' ανοιχτή επέμβαση για απόφραξη της πυελοουρητηρικής συμβολής τότε μπορεί να είναι και υποψήφιος για μία νέα ελάχιστα τραυματική, αλλά πλήρως αποτελεσματική επέμβαση – την da Vinci πυελοπλαστική. Το da Vinci χρησιμοποιεί μία πρωτοπόρο τεχνολογία που βοηθάει τον χειρουργό να εκτελεί  μία επέμβαση με μεγαλύτερη ακρίβεια απ' ότι η συμβατική χειρουργική επιτρέπει. Προσφέρει διάφορα πλεονεκτήματα σε σχέση με την παραδοσιακή ανοιχτή χειρουργική, όπως: σημαντικά λιγότερο πόνο, ελάχιστη απώλεια αίματος, λιγότερες μεταγγίσεις, μικρότερο κίνδυνο λοιμώξεων, λιγότερες ουλές, συντομότερη παραμονή στο νοσοκομείο, συντομότερο χρόνο ανάρρωσης, αυξημένη δυνατότητα διατήρησης της νεφρικής λειτουργίας σε συγκεκριμένες χειρουργικές επεμβάσεις, καλύτερα κλινικά αποτελέσματα στις περισσότερες περιπτώσεις. Το σύστημα da Vinci αναπαράγει τις καλύτερες τεχνικές της ανοιχτής χειρουργικής και τις ενσωματώνει σε μία ελάχιστα τραυματική, ρομποτικά υποβοηθούμενη προσέγγιση. Η ακρίβεια και η δεξιότητα του χειρουργικού συστήματος da Vinci με την ποικιλία των ρομποτικών εργαλείων επιτρέπει την αντιμετώπιση της απόφραξης της πυελοουρητηρικής συμβολή με μία ελάχιστα τραυματική προσέγγιση.


Παρακολούθηση ασθενών μετά τη θεραπεία στενώσεων νεφρών και ουροδόχου κύστεως

Οι πρώτες μελέτες απεικόνισης παρακολούθησης εκτελούνται συνήθως 2-4 εβδομάδες μετά την απομάκρυνση στεντ και περιλαμβάνουν νεφρική υπερηχογράφημα, σπινθηρογράφημα νεφρών, ελικοειδή αξονική ή πυελογραφία. Επίσης, γίνεται αξιολόγηση της κρεατινίνης ορού και καλλιέργεια ούρων.

Εάν ο ασθενής είναι ασυμπτωματικός, η απεικόνιση γίνεται σε 3 μήνες και στη συνέχεια ανά διαστήματα 6-μηνών για τα πρώτα 2 έτη. Οι περισσότερες υποτροπές στένωσης γίνονται μέσα στον πρώτο χρόνο μετά την επέμβαση.


Επιπλοκές θεραπείας στενώσεων νεφρών και ουρητήρων

-Μπαλόνι διαστολής

  • Μόλυνση
  • Αποτυχία διαστολής
  • Απώλεια της νεφρικής πρόσβασης
  • Μεταγενέστερη ανάγκη για διαδερμική παροχέτευση με νεφροστομία

-Ενδουρητηροτοτομία

  • Μόλυνση
  • Αποτυχία διαστολής
  • Απώλεια της νεφρικής πρόσβασης
  • Μεταγενέστερη ανάγκη για διαδερμική παροχέτευση με νεφροστομία
  • Άμεσος τραυματισμός γειτονικών δομών (εντέρου ή αγγείων). Η αγγειακή βλάβη απαιτεί άμεση λαπαροτομία
  • Ουρίνωμα (διαφυγή και συγκέντρωση των ούρων οπισθοπεριτοναϊκά)

-Ανοικτή χειρουργική αποκατάσταση

  • Παρατεταμένη ειλεός
  • Ουρίνωμα
  • Παρατεταμένη διαρροή ούρων 
  • Τραυματισμός του εντέρου
  • Σήψη
  • Σύμφυση του ουρητήρα
  • Απόφραξη λεπτού εντέρου
  • Κίνδυνοι από την μεγάλη χειρουργική επέμβαση (π.χ., τω βάθει φλεβική θρόμβωση, έμφραγμα του μυοκαρδίου, χειρουργική θνησιμότητα)
  • Διαταραχή της λειτουργίας της ουροδόχου κύστης.

Αποτελέσματα και πρόγνωση της θεραπείας των στενώσεων νεφρών και ουρητήρων

Το ποσοστό επιτυχίας των διαστολής μπαλονιού είναι 48% -88%. Το μήκος και η θέση του στενώματος είναι σημαντικοί παράγοντες, τα μικρά και άπω στενώματα ανταποκρίνονται καλύτερα.

Το ποσοστό επιτυχίας της ενδοπυελοτομής (ενδοουρητηροτομής) για τις καλοήθεις στενώσεις είναι 78%. Υψηλότερα ποσοστά επιτυχίας παρατηρούνται στις μη ισχαιμικές στενώσεις, τις μικρότερες από 1 cm, και εκείνες που συνέβηκαν τους τελευταίους 24 μήνες. Επιπλέον, η χρήση ενός μεγάλου στεντ (> 12F) συνδέεται με καλύτερα αποτελέσματα.

Το ποσοστό επιτυχίας στην ανοικτή χειρουργική αποκατάσταση των στενώσεων του ουρητήρα είναι πάνω από 90%.

Πολλοί κάνουν ένεση στεροειδών για την αναστολή της υποτροπής της στένωσης υποτροπή (τριαμσινολόνη) σε στενώματα μεγαλύτερα από 1 εκ. 

Επίσης, εξωουρητηρικός ιστός ή σιλικόνη χρησιμοποιείται ως μόσχευμα για την αντικατάσταση των κατεστραμμένων τμημάτων του ουρητήρα. Η καινοτόμος τεχνολογία της μηχανικής των ιστών μπορεί να δημιουργήσει ιστό ουρητήρα με εκτύπωση (ακυτταρικές μεμβράνες κολλαγόνου, όπως έντερο χοίρου για την ανασυγκρότηση του ουρητήρα). 

Διαβάστε, επίσης,

Κατασκευή τραχείας με εκτυπωτή

Μήπως έχετε δυσκολία στην ούρηση;

Στενώματα της ουρήθρας

Ενδοσκοπική, Λαπαροσκοπική και Ρομποτική Ουρολογία

Το αίμα στο σπέρμα

Κυστεοσκόπηση

Βιοϊατρική μηχανική

www.emedi.gr

Διαβάστηκε 1273 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 02 Φεβρουαρίου 2016 14:59
Σαββούλα Μάλλιου Κριαρά

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Our website is protected by DMC Firewall!