Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014 08:07

Δυσγευσία

Γράφτηκε από την
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(3 ψήφοι)

Οι διαταραχές της γεύσης

Η δυσγευσία ICD-10 R43.2 είναι μια διαταραχή της αίσθησης της γεύσης.

Η δυσγευσία, επίσης, συχνά συνδέεται με την αγευσία, η οποία είναι η πλήρης έλλειψη της γεύσης, και με την υπογευσία, που είναι η μείωση στην ευαισθησία της γεύσης. Η αλλοίωση στη γεύση ή την οσμή μπορεί να είναι μια δευτεροπαθής διαδικασία σε διάφορες ασθένειες, ή μπορεί να είναι το πρωταρχικό σύμπτωμα.

Κατά τη γέννηση, έχουμε περίπου 10.000 γευστικούς κάλυκες, αλλά μετά την ηλικία των 50 ετών, αυτοί μειώνονται.

Η διάγνωση της δυσγευσίας είναι, συνήθως, περίπλοκη, δεδομένου ότι η αίσθηση της γεύσης είναι δεμένη μαζί με άλλα αισθητήρια συστήματα. Συχνές αιτίες της δυσγευσίας περιλαμβάνουν τη χημειοθεραπεία, τη θεραπεία του άσθματος με αλμπουτερόλη, και την ανεπάρκεια ψευδαργύρου. Πολλά φάρμακα μπορεί, επίσης, να είναι υπεύθυνα για την αλλοίωση της γεύσης με αποτέλεσμα τη δυσγευσία.

Λόγω της ποικιλίας των αιτίων της δυσγευσίας, υπάρχουν πολλές πιθανές θεραπείες που είναι αποτελεσματικές στην ανακούφιση των συμπτωμάτων της δυσγευσίας. Αυτές περιλαμβάνουν το τεχνητό σάλιο, την πιλοκαρπίνη, τα συμπληρώματα ψευδαργύρου, αλλαγές στη φαρμακευτική θεραπεία, και το άλφα λιποϊκό οξύ.

Η αίσθηση της γεύσης βασίζεται στην ανίχνευση των χημικών ουσιών από εξειδικευμένα κύτταρα γεύσης στο στόμα. Το στόμα, ο φάρυγγας, ο λάρυγγας, ο οισοφάγος έχει κύτταρα τα οποία αντικαθίστανται κάθε δέκα μέρες.

Όργανο αντίληψης της γεύσης είναι η γλώσσα, ενώ το αντικείμενο της αντίληψης είναι η χημική σύσταση των τροφών ή άλλων ουσιών. Συμπληρώνεται με την αίσθηση της αφής της γλώσσας, καθώς και με την αίσθηση της όσφρησης, αλλά και της ακοής.

Στη γεύση υπάρχουν τέσσερις γεύσεις που συνθέτουν το αποτέλεσμα αυτής της αίσθησης. Αυτές είναι: γλυκό, αλμυρό, ξινό και πικρό.

Πάνω στη γλώσσα, αλλά και στο εσωτερικό των μάγουλων και στα χείλη, υπάρχουν πάρα πολλά κύτταρα, οι γευστικοί κάλυκες. Κάθε γευστικός κάλυκας εξειδικεύεται σε ένα μόνο μία από τις τέσσερις γεύσεις. Γενικά, κάλυκες και των τεσσάρων ειδών υπάρχουν παντού στη γλώσσα. Ωστόσο, στην περιφέρεια της γλώσσας υπάρχουν πέντε περιοχές, κάθε μία έχει υψηλή συγκέντρωση σε κάλυκες μιας συγκεκριμένης γεύσης. Στην άκρη της γλώσσας είναι το γλυκό. Οι υπόλοιπες περιοχές εμφανίζονται συμμετρικά στα αριστερά και τα δεξιά της γλώσσας. Από την άκρη της γλώσσας προς το λαιμό οι υπόλοιπες περιοχές είναι αλμυρό, ξινό και πικρό. Τα τελευταία χρόνια κάποιοι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι υπάρχει και πέμπτη γεύση που ονομάζεται ουμάμι. Αυτή η γεύση σχετίζεται με την παρουσία κάποιων πρωτεϊνών.

Χρησιμότητα της γεύσης

Η γεύση πληροφορεί τον άνθρωπο για τη χημική σύσταση μιας τροφής βοηθώντας τον να αποφύγει ακατάλληλες τροφές. Επιπλέον, η γλώσσα στέλνει πληροφορίες στο στομάχι για τη χημική σύσταση, ώστε αυτό να γίνει όσο το δυνατόν καλύτερη χώνεψη. Η γεύση καθορίζει αν θα καταναλωθεί μια τροφή ή όχι, όπως και τις γευστικές προτιμήσεις. Η ζήτηση για αισθητική απόλαυση μέσω της γεύσης οδήγησε στην ανάπτυξη της γαστρονομίας, της τέχνης της μαγειρικής η οποία μεταξύ άλλων προσπαθεί ελκυστικές γεύσεις στα φαγητά.

Το σύστημα της γεύσης αποτελείται από τέσσερις διαφορετικούς τύπους κυττάρων, και κάθε τύπος γεύσης έχει τουλάχιστον 30 έως 80 κύτταρα.

Τα κύτταρα τύπου Ι αραιού σχήματος, βρίσκονται συνήθως στην περιφέρεια των άλλων κυττάρων. Περιέχουν υψηλές ποσότητες της χρωματίνης.

Τα κύτταρα τύπου ΙΙ έχουν εξέχοντα πυρήνα και πυρήνια με πολύ λιγότερο χρωματίνη από τα κύτταρα τύπου Ι.

Τα κύτταρα τύπου III έχουν πολλαπλά μιτοχόνδρια και μεγάλα κυστίδια.

Τα κύτταρα τύπου Ι,  II και III περιέχουν, επίσης, συνάψεις.

Τα κύτταρα τύπου IV, συνήθως, βρίσκονται στο οπίσθιο άκρο της γλώσσας. 

Στους ανθρώπους, η αίσθηση της γεύσης μεταφέρεται μέσω τριών από τα δώδεκα κρανιακά νεύρα. Η τυμπανική χορδή είναι υπεύθυνη για τη γεύση στα πρόσθια δύο τρίτα της γλώσσας, το γλωσσοφαρυγγικό νεύρο (IX) είναι υπεύθυνο για την αίσθηση γεύσης στο οπίσθιο τριτημόριο της γλώσσας, ενώ ένας κλάδος του πνευμονογαστρικού νεύρου (Χ) είναι υπεύθυνος για την αίσθηση της γεύσης από το πίσω μέρος της στοματικής κοιλότητας.


Συμπτώματα και σημεία δυσγευσίας

Οι μεταβολές στην αίσθηση της γεύσης, συνήθως, δίνουν μια μεταλλική γεύση, και μια αίσθηση δυσάρεστης οσμής. Η διάρκεια των συμπτωμάτων της δυσγευσίας εξαρτάται από την αιτία. Εάν η μεταβολή στην αίσθηση της γεύσης οφείλεται σε ασθένεια των ούλων ή σε οδοντική πλάκα,  ή σε μια βραχυπρόθεσμη κατάσταση όπως το κοινό κρυολόγημα, η δυσγευσία εξαφανίζεται μετά τη θεραπεία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αν υπάρχουν βλάβες στην οδό γεύση και τα νεύρα έχουν καταστραφεί, η δυσγευσία μπορεί να είναι μόνιμη.


Διάγνωση δυσγευσίας

Επειδή οι λειτουργίες της γεύσης συνδέονται με την αίσθηση της όσφρησης, του σωματοαισθητικού συστήματος, και την αντίληψη του πόνου (πικάντικα τρόφιμα), είναι δύσκολος ο έλεγχός τους.

  • Η διάγνωση της δυσγευσίας γίνεται με το ιστορικό και τον έλεγχο της φυσικής κατάστασης (σιελόρροια, κατάποση, μάσηση, άλγος του στόματος, προηγούμενες λοιμώξεις του αυτιού με προβλήματα ακοής και προβλήματα ισορροπίας, στοματική υγιεινή, και προβλήματα στο στομάχι. Επίσης, γίνεται έλεγχος για άλλες ασθένειες, όπως σακχαρώδη διαβήτη, υποθυρεοειδισμός, ή καρκίνος. Ελέγχεται ακόμη η γλώσσα και η στοματική κοιλότητα και το κανάλι του αυτιού για βλάβες σε αυτήν την περιοχή.
  • Έλεγχος της γεύσης γίνεται με φυσικές ή ηλεκτρικές διεγέρσεις. 20 έως 50 mL υγρού τοποθετείται στο πρόσθιο και οπίσθιο τμήμα της γλώσσας χρησιμοποιώντας μια πιπέτα, ή εμποτισμένους δίσκους με διηθητικό χαρτί, ή μπατονέτες. Ακόμη μικρές ποσότητες (2-10 ml) του διάλυματος χορηγούνται, και ο ασθενής καλείται να απλώσει το υγρό στο στόμα. Δοκιμές με σακχαρόζη (γλυκό), κιτρικό οξύ (ξινό), χλωριούχο νάτριο (αλάτι), και κινίνη ή η καφεΐνη (πικρή) συχνά εκτελούνται με φυσικά ερεθίσματα. Μια από τις πιο συχνά χρησιμοποιούμενες τεχνικές είναι η δοκιμή των τριών σταγόνων. Σε αυτή τη δοκιμή, τρεις σταγόνες υγρού εφαρμόζονται. Μία από τις σταγόνες είναι για το ερέθισμα της  γεύσης, και οι άλλες δύο σταγόνες είναι καθαρό νερό. Κατώφλι γεύσης ορίζεται ως η συγκέντρωση στην οποία ο ασθενής προσδιορίζει την γεύση σωστά τρεις φορές στη σειρά.
  • Δοκιμές, οι οποίες παρέχουν πληροφορίες για τις εντάσεις των ερεθισμάτων γεύσης πάνω από τα επίπεδα κατωφλίου, χρησιμοποιούνται για να αξιολογήσουν την ικανότητα του ασθενούς να κάνει διάκριση μεταξύ των διαφορετικών εντάσεων της γεύσης και να εκτιμηθεί το μέγεθος της απώλειας της γεύσης. Αυτό γίνεται είτε την άμεση μέθοδο κλιμάκωσης ή με μέγεθη που να έχουν αξία για τη διάγνωση της δυσγευσίας. Οι δοκιμές κλιμάκωσης δείχνουν την ικανότητα να διακρίνει κάποιος τις εντάσεις των ερεθισμάτων και αν ένα ερέθισμα που έχει μια ποιότητα (γλυκό) είναι ισχυρότερο ή ασθενέστερο από ό, τι ένα ερέθισμα από μια άλλη ποιότητα (ξινό).
  • Άλλες δοκιμές περιλαμβάνουν την αναγνώριση ή διάκριση των κοινών ουσιών της γεύσης.
  • Η τοπική αναισθησία της γλώσσας έχει αναφερθεί να είναι χρήσιμη για τη διάγνωση της δυσγευσίας, καθώς έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί ανακούφιση των συμπτωμάτων της δυσγευσίας προσωρινά.
  • Εκτός από τις τεχνικές που βασίζονται στην χορήγηση των χημικών ουσιών στη γλώσσα,  χρησιμοποιείται συχνά και η ηλεκτρογαστρομετρία. Βασίζεται στη διέγερση των αισθήσεων της γεύσης μέσω ενός ηλεκτρικού ανοδικού συνεχούς ρεύματος. Ασθενείς αναφέρουν συνήθως ξινές ή μεταλλικές αισθήσεις αλλά δεν υπάρχει καλή συσχέτιση μεταξύ ηλεκτρικών και χημικών επαγόμενων αισθήσεων.
  • Ορισμένα διαγνωστικά εργαλεία μπορεί, επίσης, να χρησιμοποιηθούν για να βοηθήσουν να καθοριστεί η έκταση της δυσγευσίας. Ηλεκτροφυσιολογικές δοκιμασίες και απλές δοκιμές αντανακλαστικών μπορεί να εφαρμοστούν για τον προσδιορισμό ανωμαλιών στις νευρικές οδούς. Για παράδειγμα, το αντανακλαστικού του κερατοειδούς μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αξιολογηθεί η ακεραιότητα της οδού του  τριδύμου-γεφυρικού στελέχους-προσωπικού νεύρου, η οποία μπορεί να παίζει ένα ρόλο στην γευστική λειτουργία.
  • Η μαγνητική τομογραφία επιτρέπει την άμεση οπτικοποίηση των κρανιακών νεύρων. Επιπλέον, παρέχει σημαντικές πληροφορίες σχετικά με το είδος και την αιτία της βλάβης.
  • Η ανάλυση της ροής του αίματος του βλεννογόνου στη στοματική κοιλότητα, σε συνδυασμό με την εκτίμηση του αυτόνομου νευρικού συστήματος γίνεται σε  ασθενείς με εκ γενετής διαταραχές, οι οποίες σχετίζονται με γευστική δυσλειτουργία.
  • Κυτταρικές καλλιέργειες μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν όταν υπάρχει υποψία μυκητιακών ή βακτηριακών λοιμώξεων.
  • Επιπλέον,  ανάλυση του σάλιου πρέπει να εκτελείται, καθώς αποτελεί το περιβάλλον των υποδοχέων της γεύσης με το οποίο γίνεται η μεταφορά των γεύσεων προς τους υποδοχείς και βοηθά και στην προστασία των υποδοχέων της γεύσης. Η σιελομετρία και η ανίχνευση αντισωμάτων στη σίελο και η σιελοχημεία και μικρογραφήματα ηλεκτρονίων των υποδοχέων γεύσης που λαμβάνονται από δείγματα σιέλου δείχνουν παθολογικές μεταβολές των γευστικών καλύκων των ασθενών με δυσγευσία και άλλες γευστικές διαταραχές.

Αιτίες δυσγευσίας

  • Χημειοθεραπεία

Μια σημαντική αιτία της δυσγευσίας είναι η χημειοθεραπεία για τον καρκίνο. Η χημειοθεραπεία επάγει συχνά την βλάβη στην στοματική κοιλότητα, με αποτέλεσμα στοματική βλεννογονίτιδα, μόλυνση του στόματος, και δυσλειτουργία των σιελογόνων αδένων. Η στοματική βλεννογονίτιδα είναι φλεγμονή του στόματος, μαζί με πληγές και έλκη στους ιστούς. Τα υγιή άτομα έχουν, συνήθως, ένα ευρύ φάσμα μικροβιακών οργανισμών που κατοικούν σε κοιλότητες του στόματος. Ωστόσο, η χημειοθεραπεία μπορεί να επιτρέψει σε αυτούς τα τυπικά μη παθογόνους παράγοντες να προκαλέσουν σοβαρή λοίμωξη, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε μείωση στο σάλιο. Επιπλέον, σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με ακτινοβολία καταστρέφονται οι σιελογόνοι αδένες. Το σάλιο είναι ένα σημαντικό συστατικό του μηχανισμού γεύσης. Το σάλιο αλληλεπιδρά  και προστατεύει τους υποδοχείς της γεύσης στο στόμα. Το σάλιο μεσολαβεί για τις ξινές και γλυκές γεύσεις μέσω διττανθρακικών ιόντων και γλουταμικού, αντίστοιχα. Η γεύση στα αλμυρά επάγεται όταν τα επίπεδα χλωριούχου νατρίου ξεπεράσουν τη συγκέντρωση καλίου στο σάλιο. Έχει αναφερθεί ότι το 50% των ασθενών που κάνουν χημειοθεραπεία  έχουν σαν παρενέργεια τη δυσγευσία ή άλλη μορφή διαταραχή της γεύσης. Παραδείγματα χημειοθεραπείας που μπορεί να οδηγήσουν σε δυσγευσία είναι η κυκλοφωσφαμίδη, η σισπλατίνη, και η ετοποσίδη.

  • Η ελάττωση των μικρολαχνών

Ασθενείς που πάσχουν από αυτή τη διαταραχή γεύσης έχουν λιγότερες μικρολάχνες από το κανονικό. Επιπλέον, ο πυρήνας και το κυτταρόπλασμα των κυττάρων γεύσης είναι μειωμένα.

  • Η έλλειψη ψευδαργύρου

Μια άλλη κύρια αιτία της δυσγευσίας είναι η ανεπάρκεια ψευδαργύρου. Ο ψευδάργυρος είναι υπεύθυνος για την επισκευή και την παραγωγή της γεύσης. Ο ψευδάργυρος αλληλεπιδρά άμεσα ή έμμεσα με την καρβονική ανυδράση VI, που επηρεάζει την συγκέντρωση της γουστίνης, η οποία συνδέεται με την παραγωγή της γεύσης. Έχει, επίσης, αναφερθεί ότι οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με  ψευδάργυρο αυξάνουν την  συγκέντρωση ασβεστίου στο σάλιο  που βοηθά στη σωστή λειτουργία του. Ακόμη οψευδάργυρος είναι ένας σημαντικός συμπαράγοντας για την αλκαλική φωσφατάση, το πιο άφθονο ένζυμο στη γεύση και είναι επίσης ένα συστατικό μιας πρωτεΐνης του σάλιου της παρωτίδας και των σιελογόνων σημαντικό για την ανάπτυξη και τη συντήρηση της φυσιολογικής γεύσης.

  • Η επίδραση των φαρμάκων

Υπάρχει μια ποικιλία φαρμάκων που μπορούν να προκαλέσουν δυσγευσία, όπως τα  Η1-αντιισταμινικά, όπως η αζελαστίνη και εμεδαστίνη και αντιβιοτικά.  Περίπου 250 φάρμακα επηρεάζουν τη γεύση. Τα κανάλια νατρίου συνδέονται με τους  υποδοχείς γεύσης και μπορεί να ανασταλούν με αμιλορίδη, και το σάλιο μπορεί να έχει ίχνη του φαρμάκου, δίνοντας μια μεταλλική γεύση στο στόμα. Παραδείγματα περιλαμβάνουν το ανθρακικό λίθιο και οι τετρακυκλίνες. Φάρμακα που περιέχουν σουλφυδρυλομάδες, όπως η πενικιλλαμίνη και η καπτοπρίλη, μπορεί να αντιδράσουν με τον ψευδάργυρο και να προκαλέσουν ανεπάρκεια. Η μετρονιδαζόλη και η χλωρεξιδίνη έχουν βρεθεί ότι αλληλεπιδρούν με μεταλλικά ιόντα που συνδυάζονται με την κυτταρική μεμβράνη. Φάρμακα τα οποία εμποδίζουν την παραγωγή της αγγειοτενσίνης II με αναστολή του ενζύμου μετατροπής αγγειοτενσίνης, η επροσαρτάνη για παράδειγμα, έχουν συνδεθεί με δυσγευσία. Πάντα πρέπει να ελέγχονται τα φάρμακα που λαμβάνουν οι ασθενείς σε περίπτωση δυσγευσίας.

  • Άλλες αιτίες δυσγευσίας

-Η ξηροστομία, επίσης  μπορεί να προκαλέσει δυσγευσία επειδή η κανονική ροή σάλιου και η συγκέντρωσή του είναι απαραίτητα για τη γεύση.

-Ο τραυματισμός του γλωσσοφαρυγγικού νεύρου μπορεί να οδηγήσει σε δυσγευσία.

-Επιπλέον, βλάβη στη γέφυρα, στον θάλαμο, και μεσεγκέφαλο, και  στο μονοπάτι της γεύσης, μπορεί να είναι δυνητικοί παράγοντες διαταραχής της γεύσης.

-22% των ασθενών με  απόφραξη της ουροδόχου κύστης, επίσης, υποφέρουν από δυσγευσία. Η σχέση μεταξύ της ουροδόχου κύστης και της δυσγευσίας υπάρχει στη γέφυρα του εγκεφάλου και και στον εγκεφαλικό φλοιό όπου τα κέντρα ελέγχου τους είναι κοντά.

-Η γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, η δηλητηρίαση από μόλυβδο, και ο σακχαρώδης διαβήτης, ορισμένες τροφές, ορισμένα φυτοφάρμακα μπορεί να έχουν καταστροφικές συνέπειες για τη γεύση και τα νεύρα στο στόμα. Αυτά τα φυτοφάρμακα είναι οργανοχλωριωμένες ενώσεις και καρβαμιδικά εντομοκτόνα.

-Βλάβες στα περιφερικά νεύρα, μαζί με τραυματισμό στον κλάδο χορδής του τυμπάνου του προσωπικού νεύρου, προκαλεί, επίσης, δυσγευσία.

-Η λαρυγγοσκόπηση και η αμυγδαλεκτομή μπορεί να προκαλέσον δυσγευσία.

-Οι γυναίκες στην εμμηνόπαυση, συχνά υποφέρουν από δυσγευσία.

-Οι λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος και οι λοιμώξεις του μέσου ωτός.

-Η ακτινοθεραπεία για τον καρκίνο της κεφαλής και του τραχήλου.

-Τραύμα στο κεφάλι.

-Μερικές χειρουργικές επεμβάσεις στο αυτί, τη μύτη και το λαιμό (π.χ. εξαγωγή τρίτου γομφίου ή φρονιμίτη και χειρουργική επέμβαση στο μέσο αυτί).

-Η κακή στοματική υγιεινή και τα οδοντικά προβλήματα.


Θεραπεία δυσγευσίας

Επειδή τα φάρμακα έχουν συνδεθεί με περίπου 22% έως 28% όλων των περιπτώσεων δυσγευσίας, και η ξηροστομία, ή μια μείωση στη ροή του σάλιου, μπορεί να είναι μια παρενέργεια πολλών φαρμάκων, η οποία, με τη σειρά της, μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη των διαταραχών γεύσης οι ασθενείς μπορούν να μειώσουν τις επιδράσεις της ξηροστομίας με μέντες, τσίχλες χωρίς ζάχαρη, ή παστίλιες, ή οι γιατροί μπορούν να αυξήσουν τη ροή του σάλιου με τεχνητό σάλιο του στόματος ή πιλοκαρπίνη. Το  τεχνητό σάλιο μιμείται τα χαρακτηριστικά του φυσικού σάλιου με λίπανση και προστασία του στόματος, αλλά δεν παρέχει  πεπτικά ή ενζυματικά οφέλη. Η πιλοκαρπίνη είναι ένας χολινεργικός παράγοντας που  έχει τα ίδια αποτελέσματα με τον νευροδιαβιβαστή ακετυλοχολίνη. Η ακετυλοχολίνη έχει τη λειτουργία της διέγερσης των σιελογόνων αδένων για να παράγουν ενεργό σάλιο. Η αύξηση της ροής του σάλιου είναι αποτελεσματική στη βελτίωση της κυκλοφορίας στους γευστικούς κάλυκες.

Η πρόσληψη συμπληρωμάτων ψευδαργύρου. Περίπου το ήμισυ των περιπτώσεων των διαταραχών γεύσης σχετίζονται με φάρμακα που προκαλούν ανεπάρκεια ψευδαργύρου. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα συμπληρώματα ψευδαργύρου είναι αποτελεσματικά. Μερικοί γιατροί δίνουν συμπληρώματα ψευδαργύρου και μαζί με τη χημειοθεραπεία, αλλά το επιπλέον ποσό του ψευδαργύρου στον οργανισμό μπορεί να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στο ανοσοποιητικό σύστημα, σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς με καρκίνο.

Η επροσαρτάνη που χρησιμοποιείται στην υπέρταση προκαλεί, συχνά, διαταραχές γεύσης. Η διακοπή του φαρμάκου βοηθά. Η διακοπή των υπεύθυνων φαρμάκων για τη δυσγευσία βοηθά.

Άλφα λιποϊκό οξύ. Το άλφα λιποϊκό οξύ (ALA) είναι ένα αντιοξειδωτικό που εκκρίνεται φυσικά από τα ανθρώπινα κύτταρα. Μπορεί, επίσης, να χορηγηθεί σε κάψουλες ή μπορεί να βρίσκεται σε τρόφιμα ,όπως το κόκκινο κρέας, τα σπλάχνα, και τη μαγιά. Όπως και άλλα αντιοξειδωτικά, λειτουργεί με απαλλάσσοντας το σώμα από τις επιβλαβείς ελευθέρες ρίζες που μπορούν να προκαλέσουν βλάβη στους ιστούς και τα όργανα. Έχει έναν σημαντικό ρόλο στον κύκλο του Krebs ως συνένζυμο που οδηγεί στην παραγωγή της ενδοκυτταρικής γλουταθειόνης, και των νευροαυξητικών παραγόντων. Το   ALA έχει την ικανότητα της βελτίωσης της ταχύτητας αγωγής νεύρων.

Εκτός από τις προαναφερθείσες θεραπείες, η αποφυγή  τροφίμων με μεταλλική και πικρή γεύση, η αύξηση της κατανάλωσης τροφών με υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες, η γεύση στα τρόφιμα, τα μπαχαρικά και καρυκεύματα, το βούρτσισμα των δοντιών του και το στοματικό διάλυμα, το μάσημα τσίχλας χωρίς ζάχαρη ή σταγόνες που τονώνουν την παραγωγικότητα του σάλιου και η εμπειρία των γεύσεων  με την υφή, το άρωμα, θερμοκρασία, και το χρώμα, μπορεί να βοηθήσουν.

Οι άνθρωποι που πάσχουν από δυσγευσία δεν έχουν καλή ποιότητα ζωής. Η  αλλοίωση γεύσης έχει επιπτώσεις στην επιλογή τροφίμων και την πρόσληψη και μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια βάρους, υποσιτισμό, μειωμένη ανοσία, και κακή υγεία. Οι ασθενείς που διαγιγνώσκονται με δυσγευσία πρέπει να είστε ιδιαίτερα προσεκτικοί όταν προσθέτουν  ζάχαρη και αλάτι στο φαγητό. Δεδομένου ότι οι ηλικιωμένοι παίρνουν πολλά φάρμακα, βρίσκονται σε κίνδυνο για διαταραχές της γεύσης και παθαίνουν κατάθλιψη, απώλεια της όρεξης, και ακραία απώλεια βάρους.  Οι ψυχιατρικοί ασθενείς επίσης, παίρνουν φάρμακα που αλλοιώνουν την γεύση κι έχουν κακή ποιότητα ζωής.

Οι αισθήσεις της γεύσης και της όσφρησης είναι πολύ στενά συνδεδεμένες. Μερικοί άνθρωποι που πηγαίνουν στο γιατρό επειδή νομίζουν ότι έχουν χάσει την αίσθηση της γεύσης μαθαίνουν ότι έχουν μια διαταραχή και στην όσφρηση.

Η διάγνωση από ωτορινολαρυγγολόγο, είναι σημαντικό να εντοπιστεί και να αντιμετωπιστεί η υποκείμενη αιτία της διαταραχής σας. Αν μια συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή είναι η αιτία, σταματώντας ή αλλάζοντας το φάρμακό σας μπορεί να βοηθήσει στην εξάλειψη του προβλήματος. Μερικοί άνθρωποι, ιδίως εκείνοι με λοιμώξεις του αναπνευστικού ή αλλεργίες, να ανακτήσει την αίσθηση της γεύσης όταν επιλυθούν αυτές οι προϋποθέσεις. Συχνά, η διόρθωση μιας γενικής ιατρικής πρόβλημα, επίσης, μπορεί να διορθώσει την απώλεια της γεύσης. Μερικές φορές, ένα άτομο μπορεί να ανακτήσει την αίσθηση της γεύσης αυτόματα. Η σωστή στοματική υγιεινή είναι σημαντική για την αποκατάσταση και τη διατήρηση της εύρυθμης λειτουργίας της αίσθηση της γεύσης.


Μερικές συμβουλές για να κάνετε τη γεύση των τροφίμων σας καλύτερη

•             Προετοιμάστε τα τρόφιμα με μια ποικιλία από χρώματα και υφές.

•             Χρησιμοποιήστε αρωματικά φυτά και καυτερά μπαχαρικά για να προσθέσετε περισσότερη γεύση. Ωστόσο, να αποφύγετε την προσθήκη περισσότερης ζάχαρης ή αλατιού στα τρόφιμα.

•             Εάν η διατροφή σας το επιτρέπει, προσθέστε μικρές ποσότητες τυρί, μπέικον, βούτυρο, λάδι, ή ψημένα καρύδια και λαχανικά.

•             Αποφύγετε τα πιάτα συνδυασμού, όπως τα λαδερά που μπορούν να καλύψουν τις επιμέρους γεύσεις.

Διαβάστε, επίσης,

H βλεννογονίτιδα

Λευκοπλακία στόματος

Μέντα

Σύνδρομο Sjögren

Oμαλός λειχήνας

TomoTherapy

Η διατροφή κατά την ακτινοθεραπεία

Εγκεφαλική αιμορραγία

Δίαιτα για την δυσγευσία

Σύνδρομο Sjögren

Το καλύτερο φάρμακο για την ξηροστομία

Καρκίνος κεφαλής και τραχήλου

www.emedi.gr

Διαβάστηκε 5237 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014 18:18
Σαββούλα Μάλλιου Κριαρά

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
DMC Firewall is developed by Dean Marshall Consultancy Ltd