Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015 11:39

Ανταγωνιστές ασβεστίου

Γράφτηκε από την
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

Οι αποκλειστές διαύλων ασβεστίου

Οι αποκλειστές διαύλων ασβεστίου ή ανταγωνιστές ασβεστίου, παρεμποδίζουν την είσοδο ιόντων ασβεστίου από τους διαύλους των κυτταρικών μεμβρανών. Η δράση αυτή ασκείται, κυρίως, στον καρδιακό μυ και τις λείες μυϊκές ίνες των αγγείων. Είναι, δηλαδή, μια ομάδα φαρμάκων που λειτουργούν παρεμποδίζοντας ή επιβραδύνοντας τη διακίνηση ασβεστίου προς τα μυϊκά κύτταρα. Αυτά τα κύτταρα χρειάζονται ασβέστιο για να ενεργοποιούν τις συσπάσεις των μυών της καρδιάς και των αρτηριών. Έτσι η ρύθμιση της κίνησης του ασβεστίου στα κύτταρα του καρδιακού μυός είναι κρίσιμη για τον μυϊκό τόνο της καρδιάς, την αντίσταση και την πίεση του αίματος. Μπλοκάροντας τη ροή ασβεστίου με την ανταγωνιστική τους δράση, αυτά τα φάρμακα είναι πολύτιμα για τη θεραπεία της στηθάγχης, της καρδιακής ανεπάρκειας, της υψηλής πίεσης του αίματος, της αδυναμίας του καρδιακού μυός, της ταχυκαρδίας και του σπασμού της στεφανιαίας αρτηρίας. 

Στον καρδιακό μυ προκαλούν ελάττωση της συσπαστικότητας, η οποία όμως αντισταθμίζεται από την ελάττωση του μεταφορτίου από την αγγειοδιαστολή.

Στα αγγεία προκαλείται ελάττωση του μυϊκού τόνου και αγγειοδιαστολή τόσο στα περιφερικά όσο και στα στεφανιαία αγγεία.

Τέλος, στο ερεθισματαγωγό σύστημα προκαλούν ελάττωση της ταχύτητας αγωγής του ερεθίσματος.

Για τους παραπάνω λόγους, θα πρέπει να αποφεύγονται στην καρδιακή ανεπάρκεια, την οποία ενδέχεται να επιδεινώσουν.


Οι δράσεις των αναστολέων ασβεστίου

  • Ενεργούν στους λείους μύες και μειώνουν τη συστολή των αρτηριών και προκαλούν μια αύξηση στην αρτηριακή διάμετρο, ένα φαινόμενο που ονομάζεται αγγειοδιαστολή (δεν λειτουργούν σε φλεβικούς λείους μύες).
  • Ενεργούν στον καρδιακό μυ (μυοκάρδιο) και μειώνουν την δύναμη της συστολής της καρδιάς.
  • Προκαλούν επιβράδυνση της αγωγιμότητας της ηλεκτρικής δραστηριότητας μέσα στην καρδιά, και επιβραδύνουν το ρυθμό της καρδιάς.
  • Με την αναστολή του σήματος του ασβεστίου στα κύτταρα του φλοιού των επινεφριδίων, μειώνουν άμεσα την παραγωγή της αλδοστερόνης και προκαλείται μείωση της αρτηριακής πίεσης.

Μειώνοντας την δύναμη της συστολής του μυοκαρδίου με αρνητική ινότροπη επίδραση, επιβραδύνεται η αγωγιμότητα της ηλεκτρικής δραστηριότητας μέσα στην καρδιά, αναστέλλοντας τους διαύλους ασβεστίου κατά την διάρκεια της φάσης του οροπεδίου του δυναμικού δράσης της καρδιάς κι έτσι προκαλείται ένα αρνητικό χρονότροπο αποτέλεσμα, με μείωση του καρδιακού ρυθμού. Αυτό μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα καρδιακού αποκλεισμού (κολπική μαρμαρυγή ή πτερυγισμός). Η αρνητική χρονότροπος δράση μπορεί να είναι επωφελής σε πολλές περιπτώσεις λόγω των χαμηλότερων καρδιακών απαιτήσεων σε οξυγόνο. Η αυξημένη καρδιακή συχνότητα μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικά υψηλότερο "καρδιακό έργο» και σε συμπτώματα της στηθάγχης. Δεδομένου ότι η αρτηριακή πίεση είναι σε άμεση ανατροφοδότηση με την καρδιακή παροχή και τις περιφερικές αντιστάσεις, με τη σχετικά χαμηλή πίεση του αίματος, το μεταφορτίο για την καρδιά μειώνεται, αυτό μειώνει το πόσο σκληρά η καρδιά πρέπει να εργαστεί για την εξώθηση του αίματος στην αορτή, έτσι ώστε η ποσότητα του οξυγόνου που απαιτείται από την καρδιά μειώνεται, αναλόγως. Αυτό μπορεί να βοηθήσει τη βελτίωση των συμπτωμάτων της ισχαιμικής καρδιακής νόσου, όπως της στηθάγχης.

Η ομάδα των διϋδροπυριδινών επηρεάζει, κυρίως, τους λείους μυς των αρτηριών και μειώνει την αρτηριακή πίεση προκαλώντας αγγειοδιαστολή.

Η ομάδα των φαινυλαλκυλαμινών επηρεάζει, κυρίως, τα κύτταρα της καρδιάς και έχει αρνητική ινότροπη και αρνητική χρονότροπη δράση.

Η ομάδα των βενζοθειαζεπινών έχει συνδυαστική δράση των 2 προηγούμενων κατηγοριών.

Λόγω της αρνητικής ινότροπης δράσης, θα πρέπει να αποφεύγονται οι αναστολείς διαύλων ασβεστίου οι μη διυδροπυρινικοί σε άτομα με καρδιομυοπάθεια. 

Σε αντίθεση με τους βήτα-αναστολείς, οι αναστολείς των διαύλων ασβεστίου δεν μειώνουν την ανταπόκριση της καρδιάς στο συμπαθητικό νευρικό σύστημα. Η ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης διεξάγεται από το συμπαθητικό νευρικό σύστημα (μέσω των αντανακλαστικών τασεϋποδοχέων), και οι αναστολείς διαύλων ασβεστίου επιτρέπουν στην αρτηριακή πίεση να ρυθμίζεται πιο αποτελεσματικά από ό, τι οι βήτα αναστολείς. Ωστόσο, επειδή οι αναστολείς διυδροπυριδίνης προκαλούν μείωση στην πίεση του αίματος, οι αντανακλαστικοί τασεϋποδοχείς προκαλούν αντανακλαστική αύξηση της δραστηριότητας του συμπαθητικού που οδηγεί σε αύξηση του καρδιακού ρυθμού και συσταλτικότητα.

Το ιοντικό ασβέστιο ανταγωνίζεται με τα ιόντα μαγνησίου στο νευρικό σύστημα. Εξαιτίας αυτού, τα συμπληρώματα μαγνησίου (χλωριούχο μαγνήσιο, γαλακτικό μαγνήσιο, και ασπαρτικό μαγνησίου), μπορεί να αυξήσουν ή να ενισχύσουν τις επιδράσεις του αποκλεισμού των διαύλων ασβεστίου. 

Οι δίαυλοι ασβεστίου Ν-τύπου βρίσκονται σε νευρώνες και συμμετέχουν στην απελευθέρωση του νευροδιαβιβαστή στις συνάψεις. Η ζικονοτίδη είναι ένας εκλεκτικός αναστολέας αυτών των διαύλων ασβεστίου και δρα ως αναλγητικό.


Οι εκπρόσωποι των ομάδων των αποκλειστών ασβεστίου διαφέρουν αρκετά ως προς τα σημεία στα οποία ασκεί ο καθένας την κύρια δράση του:

Υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ βεραπαμίλης, διλτιαζέμης και των παραγώγων της διυδροπυριδίνης (μανιδιπίνη, νιφεδιπίνη, νικαρδιπίνη, νιμοδιπίνη, νισολδιπίνη, αμλοδιπίνη, βαρνιδιπίνη, φελοδιπίνη, λασιδιπίνη, λερκαρνιδιπίνη, ισραδιπίνη).

Η βεραπαμίλη και η διλτιαζέμη θα πρέπει να αποφεύγονται σε καρδιακή ανεπάρκεια.

Η βεραπαμίλη χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της στηθάγχης, της υπέρτασης και των αρρυθμιών. Μειώνει την καρδιακή παροχή, επιβραδύνει την καρδιακή συχνότητα και πιθανόν να επηρεάσει την κολποκοιλιακή αγωγιμότητα. Μπορεί να προκαλέσει καρδιακή ανεπάρκεια σε ασθενείς με δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας, να επιδεινώσει διαταραχές της αγωγιμότητας και να προκαλέσει υπόταση. Κατά κανόνα, δεν πρέπει να χορηγείται μαζί με β-αποκλειστές. Η δυσκοιλιότητα αποτελεί την πλέον συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια.

Η νιφεδιπίνη μειώνει τον τόνο των λείων μυϊκών ινών και διαστέλλει τις στεφανιαίες και περιφερικές αρτηρίες. Έχει μεγαλύτερη δράση στα αγγεία και μικρότερη στο μυοκάρδιο σε σχέση με τη βεραπαμίλη και δεν έχει αντιαρρυθμική δράση. Σπάνια, προκαλεί καρδιακή ανεπάρκεια γιατί ακόμα και η μάλλον ασήμαντη αρνητική ινότροπη δράση της αντιρροπείται από την αγγειοδιασταλτική της.

Η αμλοδιπίνη και η φελοδιπίνη μοιάζουν με τη νιφεδιπίνη και δεν έχουν αρνητική ινότροπη δράση. Έχουν μακρότερο χρόνο δράσης και μπορούν να χορηγηθούν άπαξ ημερησίως.

Η νιφεδιπίνη, η νικαρδιπίνη, η αμλοδιπίνη και η φελοδιπίνη χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της στηθάγχης και της υπέρτασης. Είναι πολύτιμα φάρμακα στην αγωγή των μορφών στηθάγχης που σχετίζονται με σπασμό των στεφανιαίων αγγείων. Χρησιμοποιούνται ως φάρμακα επικουρικά των β-αποκλειστών και σε ασθενείς που δεν ανέχονται τους β-αποκλειστές. Συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες των φαρμάκων αυτών είναι οι εξάψεις και η κεφαλαλγία (μειώνεται μετά από μερικές μέρες), καθώς και το οίδημα των κάτω άκρων (δεν ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στη χορήγηση διουρητικών). Οι ανεπιθύμητες ενέργειες οφείλονται στην αγγειοδιασταλτική δράση των φαρμάκων αυτών.

Η ισραδιπίνη, η λασιδιπίνη, η λερκανιδιπίνη και η νισολδιπίνη έχουν παρόμοια δράση με εκείνη της νιφεδιπίνης και της νικαρδιπίνης. Η ισραδιπίνη, η λασιδιπίνη, η λερκανιδιπίνη, η βαρνιδιπίνη και η μανιδιπίνη έχουν ένδειξη μόνο για την αγωγή της αρτηριακής υπέρτασης, ενώ η νισολδιπίνη και για τη στηθάγχη. Η νιμοδιπίνη μοιάζει με τη νιφεδιπίνη, αλλά η χαλαρωτική δράση της στους μαλακούς μυς ασκείται κατά βάση στοις εγκεφαλικές αρτηρίες.

Η διλτιαζέμη έχει δράση ενδιάμεση μεταξύ βεραπαμίλης και διυδροπυριδινών. Είναι δραστική στις περισσότερες μορφές της στηθάγχης. Οι τροποποιημένης αποδέσμευσης μορφές έχουν ένδειξη και για την αγωγή της υπέρτασης. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς στους οποίους οι β-αποκλειστές αντενδείκνυνται ή είναι αναποτελεσματικοί. έχει μικρότερη αρνητική ινότροπη δράση σε σχέση με τη βεραπαμίλη. Η ταυτόχρονη χρήση της με β-αποκλειστές απαιτεί προσοχή.

Οι ανταγωνιστές ασβεστίου δεν μειώνουν τον κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου σε ασθενείς με ασταθή στηθάγχη. Η βεραπαμίλη και η διλτιαζέμη πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο σε ασθενείς που έχουν συμπτώματα ανθεκτικά μετά από χορήγηση β-αποκλειστών. Υπάρχουν ενδείξεις ότι η απότομη διακοπή ανταγωνιστών ασβεστίου μπορεί να προκαλέσει αύξηση των στηθαγχικών συμπτωμάτων.

Οι ανταγωνιστές ασβεστίου φελοδιπίνη, ισραδιπίνη, λασιδιπίνη, λερκαρνιδιπίνη, μανιδιπίνη, νικαρδιπίνη, νιφεδιπίνη, νιμοδιπίνη, νισολδιπίνη και βεραπαμίλη δεν πρέπει να λαμβάνονται ταυτόχρονα με χυμό γκρέιπ-φρουτ, ο οποίος μπορεί να μεταβάλει τον μεταβολισμό αυτών των ουσιών.

Τα Gabapentinoids, όπως η γκαμπαπεντίνη και η pregabalin, είναι εκλεκτικοί αναστολείς των α2δ διαύλων ασβεστίου. Χρησιμοποιούνται κυρίως για τη θεραπεία της επιληψίας και του νευροπαθητικού πόνου.

Η ζικονοτίδη, είναι ένα μία ένωση πεπτίδιο που προέρχεται από την ω-κονοτοξίνη και είναι ένας επιλεκτικό Ν-τύπου αναστολέα διαύλου ασβεστίου που έχει ισχυρές αναλγητικές ιδιότητες που είναι ισοδύναμες με εκείνη της μορφίνης. Πρέπει να δοθεί μέσω ενδορραχιαίας αντλίας έγχυσης.

Η αιθανόλη εμπλέκεται στην αναστολή των διαύλων ασβεστίου τύπου L. Υπάρχει σύνδεση μεταξύ ασβεστίου και  απελευθέρωσης της αγγειοπιεσίνης. Τα επίπεδα αγγειοπιεσίνης μειώνονται μετά την κατανάλωση αλκοόλ και δρουν ως ανταγωνιστές των  τασεοελεγχόμενων διαύλων ασβεστίου. Η αιθανόλη εμπλέκεται στην επαγόμενη από το αλκοόλ χαλάρωση της ουροδόχου κύστης. 


Η ομάδα των διϋδροπυριδινών 

  • Αμλοδιπίνη (Norvasc)
  • Αρανιδιπίνη (Sapresta)
  • Αζελνιδιπίνη (Calblock)
  • Μπαρνιδιπίνη (HypoCa)
  • Βενιδιπίνη (Coniel)
  • Κιλνιδιπίνη (Atelec, Cinalong, Siscard) 
  • Κλεβιδιπίνη (Cleviprex)
  • Ισραδιπίνη (DynaCirc, Prescal)
  • Εφονιδιπίνη (Landel)
  • Φελοδιπίνη (PLENDIL)
  • Λασιδιπίνη (Motens, Lacipil)
  • Λερκανιδιπίνη (Zanidip)
  • Μανιδιπίνης (Calslot, Madipine)
  • Νικαρδιπίνη (Cardene, Carden SR)
  • Νιφεδιπίνη (Procardia, Adalat)
  • Νιλβαδιπίνη (Nivadil)
  • Νιμοδιπίνη (Nimotop) (Αυτή η ουσία μπορεί να περάσει τον αιματοεγκρφαλικό φραγμό και χρησιμοποιείται για την πρόληψη εγκεφαλικού αγγειόσπασμου)
  • Νισολδιπίνη (Baymycard, Syscor)
  • Νιτρενδιπίνη (Cardif, Nitrepin, Baylotensin)
  • Pranidipine (Acalas)

Οι παρενέργειες της ομάδας των διϋδροπυριδινών είναι:

  • Ζάλη, πονοκέφαλος, ερυθρότητα στο πρόσωπο
  • Συσσώρευση υγρών στα πόδια και τους αστραγάλους, οίδημα
  • Ταχυκαρδία
  • Βραδυκαρδία
  • Δυσκοιλιότητα
  • Υπερτροφία ούλων

Η κατηγορία φαινυλαλκυλαμινών (μη διϋδροπυριδινών)

Οι αποκλειστές φαινυλαλκυλαμίνης είναι σχετικά εκλεκτικοί για το μυοκάρδιο, και μειώνουν τις ανάγκες του μυοκαρδίου σε οξυγόνο και τον στεφανιαίο αγγειοσπασμό, και συχνά χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της στηθάγχης. Έχουν ελάχιστη αγγειοδιασταλτική δράση σε σύγκριση με τις διϋδροπυριδίνες και ως εκ τούτου προκαλούν μικρότερη αντανακλαστική ταχυκαρδία, και είναι ιδανικοί για τη θεραπεία της στηθάγχης, όπου η ταχυκαρδία μπορεί να αυξήσει τις ανάγκες της καρδιάς για οξυγόνο. Ως εκ τούτου,  η αγγειοδιαστολή είναι ελάχιστη με τους φαινυλαλκυλαμίνες και ο κύριος μηχανισμός δράσης είναι η αρνητική ινότροπος δράση. 

  • Βεραπαμίλη (Calan, Isoptin)
  • Γαλλοπαμίλη
  • Φενδιλίνη 

Η κατηγορία των βενζοθειαζεπινών

Οι αποκλειστές διαύλων ασβεστίου των βενζοθειαζεπινών είναι μια ενδιάμεση κατηγορία μεταξύ φαινυλαλκυλαμινών και διυδροπυριδινών. Οι βενζοθειαζεπίνες είναι σε θέση να μειώνουν την αρτηριακή πίεση χωρίς να προκαλούν αντανακλαστική καρδιακή διέγερση, όπως οι διϋδροπυριδίνες.

  • Διλτιαζέμη (Cardizem, Tildiem) (χρησιμοποιείται, επίσης, και στην πρόληψη της ημικρανίας).

Οι μη εκλεκτικοί αποκλειστές ασβεστίου

Ενώ οι περισσότεροι από τους παράγοντες που αναφέρονται παραπάνω είναι σχετικά εκλεκτικοί, υπάρχουν και παράγοντες οι οποίοι θεωρούνται μη εκλεκτικοί (μιμπεφραδίλη, μπεπριδίλη, φλουναριζίνη, φλουσπιριλίνη και φενδιλίνη).


Τοξικότητα από αναστολείς ασβεστίου

Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις των ανταγωνιστών ασβεστίου είναι ο πονοκέφαλος, οι εξάψεις με ερυθήματα, ο λήθαργος, οι ζαλάδες, οι αλλεργικές αντιδράσεις, η χαμηλή πίεση του αίματος, οι ταχυπαλμίες και περιστασιακά η επίσπευση του πόνου στηθάγχης.

Η ήπια τοξικότητα των αποκλειστών ασβεστίου αντιμετωπίζεται με υποστηρικτική φροντίδα.

Οι μη διυδροπυρινικοί αναστολείς ασβεστίου μπορεί να προκαλέσουν βαριά τοξικότητα και η θεραπεία, συνήθως, περιλαμβάνει στενή παρακολούθηση των ζωτικών σημείων και την προσθήκη αγγεισυσπαστικών παραγόντων και ενδοφλέβια χορήγηση υγρών για την υποστήριξη της αρτηριακής πίεσης. Το ενδοφλεβίως χορηγούμενο γλυκονικό ασβέστιο ή χλωριούχο ασβέστιο και η ατροπίνη είναι θεραπείες πρώτης γραμμής. Εάν δεν έχουν περάσει δύο ώρες από την κατάποση, ο ενεργός άνθρακας, η πλύση στομάχου, και η πολυαιθυλενογλυκόλη μπορεί να χρησιμοποιηθούν. Οι προσπάθειες μπορεί να γίνουν και εντός 8 ωρών μετά τη λήψη σκευασμάτων παρατεταμένης αποδέσμευσης.

Η υπερινσουλιναιμία είναι μορφή θεραπείας. Η αυξημένη ινσουλίνη μπορεί να κινητοποιήσει την γλυκόζη από τους περιφερικούς ιστούς και χρησιμεύει ως εναλλακτική πηγή καυσίμου για την καρδιά (η καρδιά βασίζεται κυρίως στην οξείδωση των λιπαρών οξέων). Η  θεραπεία με λιπιδικό γαλάκτωμα γίνεται σε σοβαρές περιπτώσεις.

Προσοχή θα πρέπει να λαμβάνεται κατά τη χρήση βεραπαμίλης με β-αποκλειστή, λόγω του κινδύνου σοβαρής βραδυκαρδίας. Αν δεν είναι επιτυχής, θα πρέπει να γίνεται κοιλιακή βηματοδότηση. 

Διαβάστε, επίσης,

Τι είναι η αρτηριακή υπέρταση;

Σκληρόδερμα

Υπεριδρωσία

Φαινόμενο Raynaud

www.emedi.gr

 

Διαβάστηκε 3520 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015 14:47
Σαββούλα Μάλλιου Κριαρά

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Our website is protected by DMC Firewall!