Дървен материал от www.emsien3.com

The best bookmaker bet365

The best bookmaker bet365

Menu

Καροτιναιμία

Καροτιναιμία

Όταν οι παλάμες γίνονται κίτρινες

Η καροτιναιμία, ICD-10 L81.9 ή καροτένωση είναι μία κίτρινου χρώματος δυσχρωμία του δέρματος που προκύπτει δευτεροπαθώς μετά από υπερβολική λήψη μίας φυσικής χρωστικής, του καροτενίου.

Τα καροτινοειδή είναι λιποδιαλυτές ενώσεις και περιλαμβάνουν την άλφα και βήτα-καροτίνη, τη βήτα-κρυπτοξανθίνη, το λυκοπένιο, τη λουτεΐνη και τη ζεαξανθίνη. Τα πρωτογενή καροτενοειδή του ορού είναι το β-καροτένιο, το λυκοπένιο και η λουτεΐνη.

Τα επίπεδα των καροτενοειδών στον ορό αίματος ποικίλλουν ανάλογα με την περιοχή, την εθνικότητα και το φύλο. Όλα απορροφώνται με παθητική διάχυση από το γαστρεντερικό σωλήνα και κατόπιν μεταβολίζονται εν μέρει στον εντερικό βλεννογόνο και το ήπαρ με τη βιταμίνη Α. Από εκεί μεταφέρονται με το πλάσμα σε περιφερικούς ιστούς. Τα καροτινοειδή αποβάλλονται μέσω του ιδρώτα, του σμήγματος, των ούρων, και των γαστρεντερικών εκκρίσεων. Τα καροτενοειδή συμβάλλουν στο φυσιολογικό χρώμα του ανθρώπινου δέρματος και είναι ένα σημαντικό συστατικό της φυσιολογικής υπεριώδους φωτοπροστασίας. 

Μια υπερβολική πρόσληψη των καροτενοειδών, που αποβάλλονται μέσω του ιδρώτα, μπορεί να προκαλέσει ένα αισθητό πορτοκαλί αποχρωματισμό του εξωτερικού στρώματος του δέρματος. Αυτή η καλοήθης και αναστρέψιμη κατάσταση, η οποία είναι πιο εύκολο, να παρατηρηθεί σε ανθρώπους ανοιχτού χρώματος και μπορεί να εκληφθεί για ίκτερο είναι γνωστή ως καροτιναιμία.

Η καροτιναιμία εμφανίζεται πιο συχνά σε χορτοφάγους και μικρά παιδιά.

Η καροτιναιμία είναι πιο εύκολα να εκτιμηθεί υπό το φως και μπορεί να παρουσιαστεί, κυρίως ως ένας πορτοκαλί αποχρωματισμός των παλαμών και των πελμάτων σε πιο σκούρα άτομα. Η καροτιναιμία δεν προκαλεί πορτοκαλί αποχρωματισμό των μεμβρανών του επιπεφυκότα πάνω από το σκληρό χιτώνα (το λευκό των ματιών), και ως εκ τούτου είναι συνήθως εύκολο να κάνει κάποιος διαφοροδιάγνωση από το κιτρίνισμα του δέρματος και του επιπεφυκότα που προκαλούνται από χολοχρωστικές σε καταστάσεις ικτέρου.

Η καροτιναιμία προκαλείται από τη θεραπεία με βήτα-καροτενοειδή σε ορισμένες φωτοευαίσθητες ασθένειες, όπως την ερυθροποιητική πρωτοπορφυρία, όπου η βήτα καροτίνη συνταγογραφείται σε ποσότητες που αποχρωματίζει το δέρμα. Αυτές οι υψηλές δόσεις των βήτα-καροτενίων έχει βρεθεί ότι είναι αβλαβείς, αν και αισθητικά δυσάρεστες σε μερικούς. 


Παθοφυσιολογία καροτιναιμίας 

Τα καροτενοειδή εναποτίθενται στα μεσοκυττάρια λιπίδια της κεράτινης στιβάδας, και η αλλαγή χρώματος είναι πιο εμφανής σε περιοχές αυξημένης εφίδρωσης και πάχους του στρώματος αυτού, όπως στις παλάμες, στα πέλματα, στα γόνατα, και τις μεσορίνιες πτυχώσεις, αν και ο αποχρωματισμός μπορεί να γενικευθεί. Ο κύριος παράγοντας που διαφοροποιεί carotenodermτην καροτιναιμία από τον ίκτερο είναι ότι δεν χρωματίζεατι ο επιπεφυκότας του ματιού σε καροτιναιμία. Σε αντίθεση με τον  ίκτερο, η καροτιναιμία  παρατηρείται καλύτερα υπό τεχνητό φως. Αξίζει να σημειωθεί ότι η λυκοπεναιμία  συνδέεται ειδικά με αποχρωματισμό της μαλθακής υπερώας και απόθεσή της στο ηπατικό παρέγχυμα.


Αιτίες καροτιναιμίας 

Υπάρχουν τρεις κύριοι μηχανισμοί που εμπλέκονται στην καροτιναιμία: υπερβολική διαιτητική πρόσληψη των καροτενοειδών, αυξημένα λιπίδια του ορού και μειωμένος μεταβολισμός των καροτενοειδών.

-Η πιο κοινή αιτία είναι η αυξημένη κατανάλωση, είτε μέσω της διατροφής ή με συμπληρώματα διατροφής. Αυτή η αλλαγή απαιτεί περίπου 4 έως 7 εβδομάδες για να αναγνωριστεί κλινικώς. Πολυάριθμες βρώσιμες ουσίες είναι πλούσιες σε καροτενοειδή.

-Τα αυξημένα λιπίδια του ορού προκαλούν, επίσης, καροτιναιμία. επειδή υπάρχουν αυξημένες κυκλοφορούσες λιποπρωτεΐνες που  δεσμεύουν τα καροτενοειδή.

-Τέλος, σε ορισμένες παθολογικές καταστάσεις, ο μεταβολισμός και η μετατροπή των καροτενοειδών σε ρετινόλη επιβραδύνεται, και αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη κάθαρση και αύξηση των επιπέδων  στο πλάσμα, όπως σε υποθυρεοειδισμό, νεφρίτιδα και σακχαρώδη διαβήτη.

Η καροτιναιμία μπορεί να χωριστεί σε δύο κύριους τύπους, πρωτοπαθή και δευτεροπαθή. Η πρωτοπαθής είναι από την αυξημένη πρόσληψη από το στόμα των καροτενοειδών, ενώ η δευτεροπαθής προκαλείται από  νόσους που αυξάνουν τα καροτενοειδή του ορού με κανονική πρόσληψη από του στόματος των ενώσεων αυτών. Η πρωτογενής και δευτερογενής καροτιναιμία μπορούν να συνυπάρχουν στον ίδιο ασθενή.


Τροφές που σχετίζονται με υψηλά επίπεδα καροτενοειδών:

  • Τριφύλλι
  • Μήλα
  • Βερίκοκα
  • Σπαράγγια
  • Φασόλια
  • Χόρτα τεύτλων
  • Μπρόκολο
  • Λαχανάκια Βρυξελλών
  • Βούτυρο
  • Λάχανο
  • Πεπόνια
  • Καρότα
  • Τυρί
  • Αγγούρια
  • Αυγά
  • Σύκα
  • Λάχανο
  • Ακτινίδια
  • Μαρούλι
  • Μάνγκο
  • Γάλα
  • Μουστάρδα
  • Πορτοκάλια
  • Φοινικέλαιο
  • Παπάγια
  • Μαϊντανός
  • Ροδάκινα
  • Ανανάς
  • Δαμάσκηνα
  • Κολοκύθες
  • Φύκι
  • Σπανάκι
  • Σκουός
  • Γλυκοπατάτες
  • Ντομάτες
  • Γιαμ
  • Κίτρινο καλαμπόκι

Δευτεροπαθής καροτιναιμία

Οι ασθένειες που σχετίζονται με καροτιναιμία είναι ο υποθυρεοειδισμός, ο σακχαρώδης διαβήτης, η νευρική ανορεξία, το νεφρωσικό σύνδρομο, και η ηπατική νόσος.

Σε υποθυρεοειδισμό και σακχαρώδη διαβήτη, ο υποκείμενος μηχανισμός της καροτιναιμίας είναι ημειωμένη μετατροπή του β-καροτενίου σε ρετινόλη και τα αυξημένα λιπίδια ορού.

Ο σακχαρώδης διαβήτης έχει επίσης συσχετιστεί με την καροτιναιμία από τις δίαιτες που είναι πλούσιες σε λαχανικά.

Στο νεφρωσικό σύνδρομο, η καροτιναιμία σχετίζεται με τα αυξημένα λιπίδια ορού/ Η δυσλειτουργία των νεφρών σε γενικές γραμμές σχετίζεται με την καροτιναιμία, ως αποτέλεσμα της μειωμένης απέκκρισης των καροτενοειδών.

Η ηπατική δυσλειτουργία,  προκαλεί καροτιναιμία ως αποτέλεσμα της μειωμένης μετατροπής των καροτενοειδών με ρετινόλη. Αυτό είναι ιδιαίτερου ενδιαφέροντος επειδή ο ίκτερος και η καροτιναιμί μπορούν να συνυπάρχουν στον ίδιο ασθενή.

Η νευρική ανορεξία προκαλεί καροτιναιμία από τις  δίαιτες που είναι πλούσιες σε καροτινοειδή και τον σχετικό υποθυρεοειδισμό και σχετίζεται με πολυάριθμες άλλες δερματολογικές εκδηλώσεις, όπως τα εύθραυστα μαλλιά και νύχια.

Η νόσος του Alzheimer έχει συνδεθεί με την καροτιναιμία. Η κανθαξανθίνη και Η ασταξανθίνη είναι φυσικά καροτενοειδή που χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία τροφίμων ως χρωστικές σε τρόφιμα όπως λουκάνικα και ψάρια. Η κανθαξανθίνη έχει χρησιμοποιηθεί σε χάπια μαυρίσματος, αλλά μπορεί αυτά να προκαλέσουν ηπατίτιδα, κνίδωση, απλαστική αναιμία, και αμφιβληστροειδοπάθεια από εναποθέσεις χρωστικής που προκαλούν ελαττώματα του οπτικού πεδίου. 

Τα βρέφη και τα μικρά παιδιά είναι ιδιαίτερα επιρρεπή στην καροτιναιμία από τα μαγειρεμένα και πολτοποιημένα λαχανικά που τρώνε.


Κλινικά χαρακτηριστικά καροτιναιμίας

Η κίτρινου χρώματος απόχρωση γίνεται αισθητή στο δέρμα των παλαμών και πελμάτων.


Θεραπεία καροτιναιμίας

Δεν απαιτεί θεραπεία. Στην πρωτοπαθή όταν η χρήση μεγάλων ποσοτήτων καροτένιου διακοπεί το χρώμα του δέρματος θα επιστρέψει στο φυσιολογικό. Μπορεί να χρειαστούν αρκετοί μήνες, όμως, για να συμβεί αυτό. 

Στη δευτεροπαθή η θεραπεία εξαρτάται εξ ολοκλήρου από την αιτία.


Η διαφορική διάγνωση της καροτιναιμίας

  • Η υπερχολυρεθριναιμία που προκαλεί ίκτερο πρέπει να διαφοροδιαγνωσθεί από την καροτιναιμία. 
  • Η υπερβολική κατανάλωση λυκοπενίου, που είναι μια χρωστική  παρόμοια με το καροτένιο και βρίσκεται σε ντομάτες, μπορεί να προκαλέσει ένα βαθύ πορτοκαλί αποχρωματισμό του δέρματος που είναι ακίνδυνος.
  • Η υπερβολική κατανάλωση του στοιχειακού αργύρου, σκόνης ή ενώσεων αργύρου μπορεί να προκαλέσει δέρμα χρώματος μπλε ή μπλε-γκρι (από εκεί προέρχεται και η λέξη γαλαζαίματος, γιατι οι βασιλικές οικογένειες τρώνε με ασημένια σκεύη). Η κατάσταση αυτή ονομάζεται αργυρία.
  • Ένα παρόμοιο χρώμα του δέρματος μπορεί να προκληθεί από παρατεταμένη έκθεση σε χρυσό. Το γκριζωπό χρώμα του δέρματος που προκαλείται από το χρυσό ονομάζεται χρυσίαση. Και η αργυρία και η χρυσίαση, ωστόσο, είναι μη αναστρέψιμες, σε αντίθεση με την καροτιναιμία.

Διαβάστε, επίσης,

Bιταμίνη Α

Άργυρος και υγεία

Χολερυθρίνη αίματος

Εργαστηριακή διαφορική διάγνωση των ικτέρων

www.emedi.gr

Τελευταία τροποποίηση στιςΠαρασκευή, 13 Μαρτίου 2015 20:44
Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια
επιστροφή στην κορυφή


Σχετικά με το EMEDI

Εφημερεύοντα Φαρμακεία